φιλοσοφία (16 άρθρα)

Βασίλης Ραφαηλίδης – Για την Ειρήνη

| 0 ΣΧΟΛΙΑ

Χαρακτικό Τάσσου

Οι αρχαίοι Έλληνες —που είναι τόσο αρχαίοι που μόνο από αταβισμό ή από δημαγωγική πρόθεση θα τους ονομάζαμε “προγόνους”-μας –  λέγοντας “ειρήνη” ή “ειράνα” ή “ιράνα”, ανάλογα με τη διάλεκτο, εννοούσαν την κατάσταση ησυχίας, ομόνοιας και αρμονικής σχέσης ανάμεσα σε ανθρώπους, λαούς ή κράτη, που επικρατεί στο μεταξύ δύο πολέμων χρόνο. Μ’ άλλα λόγια, οι δημιουργοί της Λογικής δεν πίστευαν στη “διαρκή ειρήνη”, αφού όριζαν την ειρήνη σαν ένα είδος διαλείμματος ανάμεσα σε δύο πολέμους.

Φυσικά, εύχονταν τα διαλείμματα να είναι όσο το δυνατόν πιο μεγάλα, όμως αυτή η πανάρχαιη ευχή είναι και θα παραμείνει στον αιώνα τον άπαντα μια ευχή, εφόσον δεν εξαλειφθούν οριστικά τα αίτια του πολέμου που είναι πάντα οικονομικά.

Και ως γνωστόν, στη μαγεία της ευχής καταφεύγουν κυρίως οι παπάδες, που ξέρουν πολλές και θεϊκά κατοχυρωμένες ευχές, καθώς και οι απελπισμένοι, που η απελπισία τους δεν τους επιτρέπει να χρησιμοποιήσουν πιο αποτελεσματικά το μυαλό-τους.

Οι γιορτές εν γένει έχουν κάτι το θλιβερό καθώς μας κάνουν να συνειδητοποιούμε την ύπαρξη του χρόνου, δηλαδή του θανάτου, κι αυτός είναι ο λόγος που στις γιορτές ανταλλάσουμε ευχές αφειδώς. Οι γιορτές για την ειρήνη έχουν επίσης κάτι το θλιβερό, αφού δε θα ήταν δυνατόν να γίνουν αν δεν υπήρχε πόλεμος ή απειλή πολέμου, αν δεν υπήρχε δηλαδή ένας βίαιος, διατεταγμένος ή “επίσημος” θάνατος.

(Στην επίσημη γλώσσα, το βάρβαρο ρήμα “σκοτώνομαι ” το μεταβαφτίζουν ταχυδακτυλουργικά σε “πέφτω”, λες κι ο δύστυχος στρατιώτης σκόνταψε σε μια πέτρα ριγμένη από το Θεό στο πεδίο της μάχης κι έπεσε σέκος).

Οι αρχαίοι Έλληνες, για να δώσουν στην ειρήνη τη σταθερότητα που της έλειπε εξαιτίας της ύπαρξης των πολέμων που την έκαναν πάντα ασταθή και αβέβαιη, την ταύτισαν με την έννοια του Νόμου.

 

Ο Νόμος είναι μια έννοια απόλυτα κυρίαρχη στη σκέψη των Ελλήνων και σημαίνει καταναγκαστική και γενικής ισχύος εντολή, που η παραβίασή-της συνεπάγεται ολική αποδιάρθρωση και πλήρη καταστροφή. (Οι τραγικοί ήρωες καταστρέφονται πάντα γιατί καταπατούν το Νόμο).

Στη σκέψη των Ελλήνων δεν είναι σαφές αν ο Νόμος έχει ανθρώπινη ή θεϊκή καταγωγή και εν πάση περιπτώσει τούτος ο Νόμος δεν έχει καμιά σχέση με το σημερινό νομοθέτημα. Νόμος γι’ αυτούς είναι το καθετί που, αφενός κάνει ευτυχέστερο το άτομο και αφετέρου δίνει λογικές και γενικά παραδεκτές ερμηνείες των κοινωνικών γεγονότων.

Ο Νόμος είναι η επιθυμητή κατάσταση της απόλυτης ισορροπίας και ευστάθειας, που είναι το μεγάλο ιδανικό των Ελλήνων, γνωστό περισσότερο από την κατηγορηματική απαίτηση για αρμονία στην τέχνη-τους.

Ο Νόμος συνεπώς είναι η Υπέρτατη Αρμονία, που το χάλασμά-της συνεπάγεται οπωσδήποτε θάνατο.

(Τον Σωκράτη τον σκότωσαν γιατί προσπάθησε να διαταράξει τούτη την αρμονία εισάγοντας “καινά δαιμόνια” στο ισχύον κοινωνικό και φιλοσοφικό σύστημα.)

Ο Νόμος προϋποθέτει την ομόνοια, που σημαίνει “κοινή κατανόηση”, κοινή αποδοχή από τους πάντες μιας άποψης, όμοιος τρόπος του σκέπτεσθαι όσον αφορά κάποιες έννοιες που έχουν ισχύ αξιώματος. (Η αντίθετη της “ομόνοιας” έννοια είναι η “στάσις” και οι μη ομονοούντες είναι οι “στασιαστές”).

Νόμος, αρμονία, ειρήνη, ομόνοια είναι λέξεις περίπου συνώνυμες στη γλώσσα των Ελλήνων και συχνά χρησιμοποιούνται αδιάκριτα. Από τότε στην ιδεαλιστική σκέψη δεν άλλαξαν πολλά πράγματα.

Λοιπόν οι αρχαίοι-μας “πρόγονοι” αναγνωρίζοντας την αξία της ειρήνης, της έριξαν από δίπλα και μια θεά —προστάτιδα, που την ονόμασαν Ειρήνη.

Παρά το γεγονός πως τούτο το Ρηνάκι ήταν κόρη του Δία και της Θέμιδας κι αδελφή της Ευνομίας και της Δίκης, με τις οποίες αποτελούσαν το αδερφικό τρίδυμο των Τριών Ωρών, η Ειρήνη παράμεινε μια εντελώς δευτερεύουσα θεότητα. Απόδειξη, το γεγονός πως της πρόσφεραν θυσίες, αναίμακτες φυσικά, μόνο στις ασήμαντες γιορτές των Συνοικιών. Που σημαίνει πως η ειρήνη ήταν και παραμένει μια υπόθεση συνοικιακή, δηλαδή λαϊκή, δηλαδή άσχετη προς τα “κέντρα λήψεως αποφάσεων”, όπως είναι η Κυβέρνηση και το Γενικό Επιτελείο Στρατού.

Οι αρχαίοι-μας “πρόγονοι” γνώριζαν, ακόμα, πως η ειρήνη έχει κάποια σχέση με τον πλούτο. Αλλά αυτό δεν αποτελούσε “επίσημη” άποψη, διότι οι σοφοί αρχαίοι-μας “πρόγονοι” ήξεραν πως και ο πόλεμος είναι επίσης πηγή πλούτου και μάλιστα πολύ πιο σημαντική. (Μαυραγορίτες και έμποροι όπλων υπήρχαν και τότε).

Όμως, από τότε που ένας καλλιτέχνης, ο γλύπτης Κηφισόδοτος, έβαλε στην αγκαλιά της θεάς Ειρήνης το θεό Πλούτο, που τον πήρε από άλλο μύθο, ο κόσμος άρχισε να πιστεύει σιγά σιγά πως ο πλούτος είναι όντως υιός της ειρήνης. (Οι καλλιτέχνες έχουν την τάση να προκαλούν τρομερά μπερδέματα). Προτείνουμε τούτο το άγαλμα του Κηφισόδοτου να γίνει το σύμβολο της “ειρηνικής συνύπαρξης” ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους.

Πέρα από τους μύθους και τα σύμβολα, οι ‘Ελληνες, πάντα λογικοί μέχρι παραλογισμού, ήταν υποχρεωμένοι να δώσουν στην ειρήνη και ένα περιεχόμενό περισσότερο σαφές και συγκεκριμένο. Όμως, δεν τα κατάφεραν και τόσο καλά. Άλλωστε, κανείς δεν τα κατάφερε μέχρι σήμερα να δώσει έναν καθαρό και στρογγυλό ορισμό της λέξης “ειρήνη”. Κι έτσι η ειρήνη κρατείται μονίμως στη σκοτεινή περιοχή του ευχολογίου.

Οι ιδεαλιστές συνεχίζουν να θεωρούν την ειρήνη συνέπεια και αποτέλεσμα της ομόνοιας, δηλαδή της ομοφροσύνης, του κοινώς σκέπτεσθαι. Όμως ξέρουμε καλά πως μια τέτοια ομόνοια μόνο η δικτατορία μπορεί να την επιβάλλει πια, από τότε που ο Νόμος αντικαταστάθηκε από το νόμο των ανθρώπων. Η ομόνοια, συνεπώς και η ειρήνη, είναι αδύνατη εφόσον ο πλούτος δε μοιράζεται στους ανθρώπους σχολαστικά δίκαια. Συνεπώς, η “διαρκής ειρήνη”, τούτο το παμπάλαιο και παμμέγιστο ιδανικό θα γίνει πραγματικότητα μόνο αν σταματήσει η ανισότητα.

Από την εποχή των Ελλήνων και μέχρι σήμερα εμφανίστηκαν πολλά ειρηνευτικά συστήματα, που όλα απέτυχαν παταγωδώς, γιατί εξαρτούσαν την ειρήνη από αφηρημένες έννοιες. Τα κυριότερα απ’ αυτά τα συστήματα είναι το προγενέστερο του ελληνικού Νόμου εβραϊκό Σαλόμ, η Παξ Ρομάνα, η Παξ Κρίση, το γερμανικό Φρίντου, η Βασιλική Ειρήνη και η Νομικιστική Ειρήνη (η σύγχρονη ιδεαλιστική άποψη για την ειρήνη). Αξίζει να δούμε κι αυτά τα συστήματα, μια άλλη φορά. Θα έχουμε έτσι μια σαφέστερη αντίληψη για το γεγονός πως η ειρήνη δε θα κερδηθεί ούτε με ευχές, ούτε με προσευχές, ούτε με νόμους θεϊκούς ή ανθρώπινους. Θα κερδηθεί μόνο με την εξαφάνιση από προσώπου γης και του τελευταίου εκμεταλλευτή.

Ο Μαρξ έδωσε ένα σαφέστατο ορισμό του πολέμου, αλλά η ειρήνη δεν τον απασχόλησε ιδιαίτερα σαν έννοια, με αύταρκες περιεχόμενο, όπως ακριβώς και τους αρχαίους ’Ελληνες.

Σωστότερο είναι να πούμε πως ο Μαρξ όρισε την ειρήνη με απόλυτη ακρίβεια σαν το αντίθετο του πολέμου, αλλά ο αρνητικός ορισμός δεν είναι ποτέ σαφής ορισμός. (Όταν λες “τι δεν είναι” δε λες αναγκαστικά και “τί είναι”.)

Πάντως, ο διαλεκτικός Μαρξ είχε δίκιο από τη μεριά της διαλεκτικής: Όταν διαφοροποιηθεί ο πρώτος όρος μιας διαλεκτικής σχέσης διαφοροποιείται αυτομάτως και ο δεύτερος.

Έτσι αν εξαφανιστεί ο πόλεμος, θα εξαφανιστεί αναγκαστικά και η ειρήνη, δηλαδή δε θα υπάρχει πια λόγος να χρησιμοποιούμε τη λέξη ειρήνη, αφού θα ζούμε σε μια διαρκή κατάσταση ανυπαρξίας πολέμου.

Μ’ άλλα λόγια, μιλούμε για ειρήνη διότι υπάρχει πόλεμος και μιλούμε για πόλεμο διότι υπάρχει ειρήνη: Η μια έννοια είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη της άλλης. Έτσι έχουν τα πράγματα από τη διαλεκτική-τους άποψη.

Όμως, είναι αναγκαίο να καταλάβουμε τί είναι μια “ειρήνη καθεαυτή”, άσχετα από την αναγκαία σχέση της με τον πόλεμο. Εδώ έχουμε βέβαια μια θεωρητική αφαίρεση, που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα: Η “ειρήνη καθεαυτή” δε σημαίνει τίποτα ή μάλλον σημαίνει πολλά μόνο για τα μεταφυσικά συστήματα και κυρίως το χριστιανισμό. Ωστόσο, τούτη η οντολογική τοποθέτηση του προβλήματος της ειρήνης, δηλαδή μια σταθερή, αμετάβλητη και αιώνια οντότητα που λέγεται “ειρήνη” δηλώνει, τουλάχιστον, τον αμετακίνητο πόθο του ανθρώπου για οριστική και σταθερή κατάκτηση αυτού του πολυτίμου αγαθού.

***

Κείμενα στο Έθνος – Β.Ραφαηλίδης – 12/12/82

Πηγή: antikleidi.com

Κατηγορίες:
Και κάτι άλλο...

Έτερος Εγώ. Η φιλία στο χρόνο...

| 0 ΣΧΟΛΙΑ

«Αχ όλα έπρεπε να ‘ρθούνε καθώς ήρθαν… για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι, να φύγουν, να χαθούνε» (Καρυωτάκης)

«Αναγκαιότατον εις τον βίον», αφορίζει ο Αριστοτέλης για την φιλία, ανοίγοντας την εμβριθή του για την φιλία πραγμάτευση, στα κεντρικά βιβλία των Ηθικών Νικομαχείων: το Θ, το Ι και το Κ. Οικείον άπας άνθρωπος ανθρώπω και φίλον’, συνεχίζει, ενώ αποδίδει στην φιλία τον κύριο δεσμό που συνέχει τις πόλεις, περισσότερο κι από την ίδια την δικαιοσύνη: «έοικεν και τας πόλεις συνέχειν η φιλία και οι νομοθέται περί αυτήν σπουδάζειν ή την δικαιοσύνην».

Βρίσκει, μάλιστα, ότι η φιλία αναδεικνύει την κύρια ηθική ποιότητα της δικαιοσύνης, εξασφαλίζοντας την καίρια της εκπλήρωση ως αρετή. Κι είναι, βέβαια, η δικαιοσύνη η πληρέστερη αρετή, ως η μόνη «προς άλλον αρετή», εκφράζοντας το ίδιον της κοινωνικής φύσης κι ουσίας του ανθρώπου, που αναζητείται στην φιλία ως δια του άλλου, της σύζευξης προς τον έτερον ως «έτερον εαυτόν», ηθική εκπλήρωση. Η ευδαιμονία ως ολοκληρωμένη αξίωση κι άνθιση του ανθρώπου, και μάλιστα ως πολιτικού ανθρώπου, στα πλαίσια της πλήρους «ενέργειάς» του στις σχέσεις του μέσα στην πόλη.

Οι 4 φίλοι – George Romney 1796

Φιλαυτία και φιλαλληλία: αίροντας την αντίφαση μέσα στην βαθύτερη έννοια της φιλίας

Καίριες, ευριστικά καθοδηγητικές απορίες στην αριστοτελική συζήτηση είναι, από την μια, η αναγόρευση του φίλου ως «ετέρου εαυτού», αλλά και παράλληλα, προς την συζήτηση της φιλίας, και σε συνάφεια προς αυτήν ως ‘αρετή’, η έμφαση που δίδεται στην ‘φιλαυτία’. Αλλά, πώς, ετοίμως απορεί κανείς, συμβιβάζονται ο «αλτρουϊσμός» της ανάδειξης του φίλου ως «ετέρου εαυτού» με την «φιλαυτία», την πρώτιστη αρετή της αγάπης εαυτού, που ο Φιλόσοφος εξαίρει ως άδυτον της ανθρώπινης αξιοπρέπειας;

Πρωτίστως πρέπει να αναδειχθεί ότι, επειδή κυριαρχεί στις απόψεις του Αριστοτέλη για τις ανθρώπινες σχέσεις και την φιλία το ποιοτικό ηθικό κριτήριο, τις προσεγγίζει αξιολογικά με αναφορά στα ενδιαφέρονται και τα είδη προθέσεων πίσω από την αναζήτηση της φιλίας. Κριτήριο διαφοροποιήσεων, παρατηρεί, είναι το «φιλητόν», αυτό που αγαπάται στην φιλία: η διάκριση ανάμεσα στα είδη της φιλίας, με αξιολογικές συνεπαγωγές για την ποιότητα και διάρκεια της φιλίας, είναι αν αυτό που αφορά το «φιλείσθαι», το «φιλητόν», είναι το «ηδύ, το χρήσιμον ή το αγαθόν».

Η χρησιμότης αφορά τις επιχειρηματικές συνεργασίες ή εταιρικότητες, το ηδύ τις πιο ελευθεριάζουσες, ξένοιαστες παρέες ενώ το αγαθόν δηλοί κι υπαγορεύει την κοινή επιζήτηση ιδεατών ενδιαφερόντων. Η ποιότης, το βάθος και η μακροβιότης της φιλίας συμπαρακολουθεί την αξιολογική αυτή διαβάθμιση του «φιλητού», κατά το «ηδύ, το χρήσιμον ή το αγαθόν».

Είναι, εδώ, χρήσιμο να αναδείξουμε την βαθύτερη αριστοτελική έννοια της φιλίας μέσα από ένα βιβλίο εκλαϊκευτικής φιλοσοφίας που, ακριβώς, αντιδιαστέλλει την αριστοτελική φιλία προς ό,τι κρίνει ως ρηχότερες αντιλήψεις της που μας κατέλιπε, ακρωτηριάζοντάς μας ηθικά και καταδικάζοντάς μας στην μοναξιά των δυσαναπλήρωτων κενών μας, η νεωτερικότητα.

 

Ό,τι γνωρίζω το έμαθα μέσα από την τηλεόραση, «All I Know, I Learned from TV», τιτλοφορεί το βιβλίο του της εκλαϊκευτικής φιλοσοφίας ο Λυκάων φιλόσοφος Mark Rowlands (συγγραφέας και του «Ο Φιλόσοφος και ο Λύκος», για την φιλία του με ένα λύκο που τον συνώδευε στις πανεπιστημιακές διαλέξεις του!) Στο βιβλίο του για αυτά που τον «διδάσκουν» για τις ανθρώπινες σχέσεις και την σύγχρονη νεωτερική φιλία, sitcoms όπως το ‘Friends’ και το ‘Sex and the City’, παρατηρεί ότι σε αυτά κυριαρχεί και προβάλλεται ή και υποβάλλεται μια εικόνα του εαυτού ως ολοκληρωμένου, φτασμένου και φινιρισμένου που, στις σχέσεις του με τους άλλους, απλά διαφημίζει την επιτευγμένη κι επιτυχή πληρότητά του.

Μη διαπερατός στους άλλους, σαν τις Καρτεσιανές και Χιουμιανές συγκρουόμενες μπάλες του μπιλιάρδου, απρόσιτος και στις συναντήσεις του με τους «φίλους» και «εραστές», βλέπει σε αυτές απλά την ανάλωση των άλλων, επιφανειακή, παροδική και …. πολύ-ακόρεστη, όπως τα ανθυγιεινά λιπαρά της σύγχρονης κατανάλωσης, που παχαίνουν και αρρωσταίνουν, ανανεώνοντας ολόενα μια πείνα και μια δίψα που συνοδεύει την αχορτασιά της επιφανειακής, μη ουσιαστικής συνάντησης. Είμαστε, όπως συνάγει ο φιλόσοφος από τα sitcoms ‘Friends’ και το ‘Sex and the City’, «πλοία που προσπερνιούνται μέσα στο σκοτάδι».

Αυτοπροσωπογραφία σε έναν κύκλο φίλων από τη Μάντοβα -Peter Paul Rubens

Ο Εαυτός και ο Άλλος: μεθοδολογία της αριστοτελικής ηθικής επιχειρηματολογίας

Είναι χρήσιμο, σε δύο προτάσεις να εξηγηθεί η επιστημολογική ή μεθοδολογική στρατηγική για την ανάδειξη της ηθικής τελείωσης του ανθρώπου μέσα από την οπτική του φίλου ως «ετέρου εαυτού». Η αριστοτελική ηθική διαστέλλεται προς τις σύγχρονες θεωρίες για την ηθική στο ότι είναι μια ηθική του πρώτου προσώπου, αφορά το πώς μπορώ να ζήσω μια πληρέστερη, πιο ευδαίμονα ζωή μέσα από μια στρατηγική επιλογών των φρονίμων πράξεων που, στην οπτική ολόκληρης της ζωής μου, sub specie vitae, θα την αξιολογούν ως ευδαίμονα, κι εμένα ως σοβαρό σε σχέση με την ζωή μου, ως «σπουδαίο». Δεν αφορά το πώς πρέπει οι άλλοι να φέρονται.

Ούτε και χαρακτηρίζεται, ή στηλιτεύεται, όπως η Καντιανή δεοντολογική θεωρία από την ‘ηθική σχιζοφρένεια’, να ενεργώ ακόμη και ως φίλος κάτω από τις επιταγές ηθικών αρχών, τευτονικά και ρομποτικά, με τις προς τον φίλο μου πράξεις αδειασμένες από το προσωπικό στοιχείο, ως απρόσωπη ηθική επιταγή. Είναι μέσα από την οπτική του φίλου, του «άλλου» που, ωστόσο, γεφυρώνεται η διάσταση ανάμεσα στην οπτική του πρώτου προσώπου κι αυτή του τρίτου προσώπου, αφού βλέπω πώς πρέπει να ζήσω ως να ήμουν ένα άλλο πρόσωπο.

Στην ουσία γεφυρώνεται η διάσταση ανάμεσα στην οραματική για τον εαυτό φιλοδοξία και την παρατήρηση από την οποία συνάγονται οι καθολικές του πράττειν αρχές. Γεφυρώνεται επίσης το χάσμα ανάμεσα στην ηθική του πρώτου αγαθού, και εκείνη της καταξιωμένης στην πρακτική της καθημερινότητα ζωής, την ζωή των λογικών καθολικών αρχών και των αισθημάτων που συνδέονται προς τις πρακτικές επιδιώξεις, την αμεσολάβητη ζωή των αισθημάτων και την χωρίς αίσθημα ζωή των λογικών υπολογισμών της προαίρεσης.

Η σχέση με τους φίλους δεν είναι μια σχέση μη στοχαστικής αρέσκειας, αλλά εμπλέκει μια στρατηγική επιθυμίας του καλύτερου για τον φίλο, μια αγαθή προσήλωση στο αγαθό του φίλου. Αντανακλώντας, έτσι, την στοχαστική σχέση του σπουδαίου ανθρώπου με την δική του ζωή, με επιλογές που αντανακλούν όλο τον χαρακτήρα, εκφράζοντας μια προσήλωσή του στην στρατηγική της ευδαίμονος ζωής.

Φιλαυτία και φιλία προς τον έτερον εννοούνται λοιπόν σε μια αμοιβαία αντανάκλαση. Όχι μονάχα διότι άνθρωποι που μισούν τον εαυτό τους, όπως συμβαίνει με τους «μοχθηρούς» που κατά τον Αριστοτέλη δεν μπορούν να είναι φίλοι καν του εαυτού τους, δεν επιλέγονται ως φίλοι, αλλά γιατί αυτό που ισχύει σε σχέση με τον εαυτό ισχύει και διαπροσωπικά εννοείται ως μεταφορικό πρότυπο της σχέσης με τον φίλο ως άλλο εαυτό, κι αντίστροφα. Αν η φιλία σχηματίζεται στο πρότυπο της φιλαυτίας, η τελευταία μπορεί να εκπληρωθεί στην πληρότητά της ως πρότυπο μια σχέσης ανάμεσα σε ανεξάρτητα άτομα που μπορούν να σχηματίσουν μια αντικειμενική αντίληψη ο ένας για τον άλλο. Εδώ, αναδεικνύεται στην συνάφεια της οντολογικής με την επιστημολογική της διάσταση ότι ο άνθρωπος είναι φύσει κοινωνικό ον, και το δυνάμει του ατόμου μπορεί μόνο να πραγματωθεί σε κοινωνικές σχέσεις.

Hanna Pauli – Φίλοι – (1900-1907)

Από την ριζική ετερότητα της φιλίας στην υπερβατική ταυτότητα της εκπλήρωσης

Μέσα από τον φίλο ως «έτερο», την προς φίλον αγάπη, ο άνθρωπος διαβλέπει, λοιπόν, τον «έτερο εαυτό» του. Πρόκειται για μια μεταφυσική, ριζική «ετερότητα», που σε μια κοινή κίνηση προς το αγαθό, που συνιστά την ενέργεια της φιλίας, θα καταστήσουν δυνατή την καλή ζωή, δηλαδή την «ευδαιμονία» ως συστατική εκπλήρωση του εαυτού, όταν κάποιος καθίσταται ο εαυτός του σε μια αναχωρητική κίνηση πέραν του εαυτού προς τον «έτερο», μια «εκστατική» κίνηση που δεν επιτρέπει επιστροφή χωρίς κάποια μορφή διάχυσης, στην αντίληψη δια του φίλου, δια του ετέρου, της άπειρης διανοικτότητας προς την ριζική αυτή, ωστόσο συστατική, ετερότητα που συνιστά, που είναι συστατική του «τελείου», εντελεχούς εαυτού.

Ανακεφαλαιώνοντας, η περιγραφή της φιλίας από τον Αριστοτέλη, εστιαζόμενη στην σχέση αγάπης ανάμεσα σε αγαθούς, επιτρέπει στον Φιλόσοφο να ορίσει την φιγούρα του ανθρώπου ως – παράδοξα – τείνοντος εκτός ορίων, σε μια αγωνιστική κίνηση υπέρβασης του εαυτού του. Ειδικά ως άνθρωπος, «ή άνθρωπος», το ανθρώπινο όν συνιστά μια δομή διάνοιξης προς την υπερβολή εαυτού, διανοίγεται στο άλλο που τον υπερβαίνει αλλά και τον ολοκληρώνει καθ’ υπέρβασίν του. Είναι ακριβώς μια δεκτικότητα του άλλου, μια ‘φιλόξενη’ πρόσκληση προς τον άλλο, τον έτερο εαυτό. Με αυτή την έννοια, το ανθρώπινο όν τελειούται ως εαυτός, ως το τί ήν είναι του σε μια αξιακή πάντα διάσταση αναζήτησης του αγαθού του, της τελείωσής του καθώς κινείται προς το έτερόν του, τον «άλλο εαυτό» του για να ανασυνθέσει τον εαυτό του με ένα διεθλασμένο τρόπο, μέσα από τον άλλο.

Ορίζοντας πιο σωστά την τεθλασμένη αυτή, στον καθρέφτη του άλλου (εαυτού) ο άνθρωπος αναγνωρίζει τα σημεία μιας ανοικτότητας που δεν υπόσχεται μια αυτοτελή ταυτότητα – πρόκειται για έναν άλλο εαυτό που υπαινίσσεται αλλά και εμπερικλείει την κοινή διάνοιξη προς το «έτερο» που δεν είναι κάποιος άλλος ή όποιος άλλος ως συγκεκριμένη ταυτότητα. Γι’ αυτό, με τους ορισμούς του διάφορου και του ετέρου του Ι των Μετά τα Φυσικά, όπου το «διάφορο» προϋποθέτει μια ταυτότητα, ο Αριστοτέλης αποφεύγει τον όρο «διάφορος», προτιμώντας αυτόν του «έτερος». Στον έτερο (εαυτό) που είναι ο φίλος αναγνωρίζεται μια μαρμαρυγή υπόσχεσης της κοινής ανοικτότητας ή αγάπης προς το αγαθό, που προϋποτίθεται ως φιλητόν στην διαρκή και τέλεια φιλία.

Στην διάνοιξη αυτή προς το «έτερον» που υπερβαίνει τον εαυτό και διεθλασμένη μέσα από τον «έτερον» αποκαλύπτεται κανείς ως μια άπειρη δεκτικότητα. Αγαπώντας τον φίλο, διανοίγεται κάποιος και εμπλέκεται σε μια κοινή κίνηση προς το αγαθό, στην κίνηση προς την ευδαιμονία ως πληρότητα, μια πληρότητα που ταυτίζεται προς την επιθυμία, την διάνοιξη προς αυτήν, το «φιλητόν» που είναι η φιλία. Η κίνηση προς τον φίλο είναι ταυτόχρονα και κίνηση πέραν του φίλου. Μια κίνηση «πέραν», μια συστατική του εαυτού «υπέρβαση» που βρίσκεται στην αρχή της φιλίας και σαν «αρχή» της, principium, ορίζει την ουσιαστική της φιλίας ενέργεια κι εκπλήρωση.

***

Πηγή: antikleidi.com (Τίτος Χριστοδούλου)

Κατηγορίες:
Φυσική & Φιλοσοφία

Φαντασία, Φαντασιακό, Δημιουργία, Αυτονομία. (Καστοριάδης)

| 0 ΣΧΟΛΙΑ

Φαντασία: Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Τι είναι αυτό που μας διαφοροποιεί από τα ζώα; Επαναλαμβάνουν, εδώ και αιώνες, ότι είναι ο ορθός λόγος. Αρκεί όμως να προσέξουμε τη συμπεριφορά των άλλων γύρω μας αλλά και τη δική μας, για να αντιληφθούμε ότι αυτό δεν αληθεύει. Οι ατομικές και οι συλλογικές συμπεριφορές πολύ συχνά είναι παράλογες. Τα ζώα είναι πιο (λογικά» από εμάς δεν σκοντάφτουν, δεν τρώνε δηλητηριώδη μανιτάρια, κάνουν αυτό που πρέπει, για να συντηρηθούν και να αναπαραχθούν.

Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Είναι το πάθος και οι επιθυμίες; Ναι, πράγματι. (Τα ζώα από ό,τι μπορούμε να ξέρουμε δεν έχουν πάθη ούτε πραγματικές επιθυμίες’ τα ζώα έχουν ένστικτα.) Τι όμως συνιστά την ιδιαιτερότητα του πάθους και των επιθυμιών; Είναι ακριβώς το γεγονός ότι το πάθος και οι επιθυμίες -ο έρωτας, η δόξα, το κάλλος, η εξουσία, ο πλούτος-δεν είναι «φυσικά» αλλά φαντασιακά αντικείμενα. Η φαντασία, λοιπόν, είναι το ίδιον του ανθρώπου. Η φαντασία μας διαφοροποιεί από τα ζώα.

Η φαντασία, ακόμη και εάν κλείσουμε τα μάτια και τα αυτιά, δεν αναχαιτίζεται. Υπάρχει πάντα μια εσωτερική ροή από εικόνες, ιδέες, αναμνήσεις, επιθυμίες, αισθήματα. Μια ροή που δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Δεν μπορούμε καν να την ελέγξουμε, τουλάχιστον όχι πάντα. Κάποιες φορές το κατορθώνουμε, λίγο ώς πολύ, προκειμένου να σκεφτούμε λογικά και συστηματικά. Αλλά ακόμη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αναπάντεχες αναμνήσεις και επιθυμίες διακόπτουν τον στοχασμό μας. Η φαντασία μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην παραφροσύνη, στη διαστροφή, στην τερατωδία αλλά, επίσης, στην αυταπάρνηση και σε κάθε μεγαλειώδη δημιουργία.

Χάρη στη φαντασία το ένστικτο έπαψε να είναι ο μοναδικός ρυθμιστής της συμπεριφοράς μας. Χάρη στη φαντασία μπορούμε να δημιουργούμε. Χάρη σ’ αυτήν δημιουργήσαμε την τέχνη, την επιστήμη, τη φιλοσοφία. Η φαντασία δεν γνωρίζει όρια και κανόνες, ούτε ηθικούς και λογικούς νόμους. Πάντως, εάν είχαμε αφεθεί χωρίς περιορισμούς στη φαντασία, ασφαλώς δεν θα είχαμε επιβιώσει ως είδος.

O άνθρωπος επιβίωσε ως είδος, επειδή δημιούργησε κοινότητες, κοινωνίες, θεσμούς, κανόνες που οριοθετούν και περιορίζουν τη φαντασία, αλλά και που συχνά επίσης την καταπνίγουν.

martinmarcisovskycreativeedit4

Φαντασιακό

Το ανθρώπινο ον υπάρχει μόνον ως κοινωνικό ον. Αυτό σημαίνει ότι ζει σε μια κοινωνία με θεσμούς, με νόμους, με ήθη, με έθιμα, κ.λπ. Ερώτημα: Από πού έρχονται αυτοί οι θεσμοί, οι νόμοι, τα έθιμα; Είναι αδύνατον να πούμε, όπως συχνά πίστευαν οι λαοί, ότι υπάρχει ένας δημιουργός, ένας νομοθέτης όλων αυτών. Σε μιαν ήδη θεσμισμένη κοινωνία, τα άτομα μπορούν να προτείνουν νόμους, κάποιους ιδιαίτερους νόμους. Τούτο όμως είναι δυνατόν να γίνει, επειδή υπάρχει ήδη ένα σύστημα νόμων, επειδή αυτά τα άτομα έχουν ζήσει ήδη σε μια κοινωνία με νόμους. Ένας συγγραφέας μπορεί να επινοήσει μια νέα λογοτεχνική μορφή και ένας περιθωριακός μια λέξη της αργκό. Αυτά είναι δυνατόν να γίνουν, επειδή υπάρχει ήδη η γλώσσα και η αργκό. Όμως ποιος θα μπορούσε μόνος του να δημιουργήσει εκ προοιμίου τη γλώσσα και να την επιβάλει στους υπόλοιπους; Και με ποια γλώσσα θα επικοινωνούσε; Όλα αυτά -οι νόμοι, οι θεσμοί, τα ήθη, τα έθιμα, η γλώσσα- είναι συλλογικές δημιουργίες.

 

Προσπάθησαν να ερμηνεύσουν την καταγωγή της κοινωνίας βάσει ενός συμβολαίου (το ((κοινωνικό συμ-βόλαιο»). Όμως ένα συμβόλαιο προϋποθέτει άτομα κοινωνικά, τα οποία γνωρίζουν τι είναι ένα τέτοιο συμβόλαιο. Προσπάθησαν επίσης να ερμηνεύσουν την καταγωγή της κοινωνίας με τους φυσικούς και τους βιολογικούς νόμους. Όμως κανένας φυσικός ή βιολογικός νόμος δεν μπορεί να ερμηνεύσει την καταγωγή των θεσμών, που είναι ένα καινούργιο φαινόμενο μέσα στο δημιουργημένο σύμπαν. Κανένας φυσικός και βιολογικός νόμος δεν απαντά στα ερωτήματα: Γιατί οι Εβραίοι δημιούργησαν τον μονοθεϊσμό; Γιατί οι ‘Ελληνες δημιούργησαν τις δημοκρατικές πόλεις; Γιατί η Δύση δημιούργησε τον καπιταλισμό;

Για να συλλάβουμε την ύπαρξη της ανθρώπινης κοινωνίας, καθώς επίσης τις αλλαγές της μέσα στον χρόνο αλλά και τις διαφορές της μέσα στον χώρο, πρέπει να δεχτούμε ότι αυτές οι ίδιες οι ανθρώπινες κοινότητας διαθέτουν μιαν χωρίς προηγούμενο δημιουργική ικανότητα. Αυτή τη δημιουργική ικανότητα μπορούμε να την ονομάσουμε: κοινωνικό φαντασιακό. Το κοινωνικό φαντασιακό είναι η πηγή των θεσμών που ρυθμίζουν και οργανώνουν τη ζωή των ανθρώπων. Αυτό επίσης δημιουργεί κάτι πολύ σημαντικό: τις φαντασιακές κοινωνικές σημασίες. Oι φαντασιακές κοινωνικές σημασίες καθορίζουν τις αξίες μιας κοινωνίας, δηλαδή καθορίζουν τι είναι καλό και τι κακό, τι είναι αληθές και τι ψευδές, τι είναι δίκαιο και τι άδικο. Οι φαντασιακές κοινωνικές σημασίες δίνουν νόημα στη ζωή των ατόμων και, τελικά, δίνουν νόημα ακόμη και στον θάνατο τους.

Το κοινωνικό φαντασιακό δεν είναι σταθερό και αμετάβλητο. Αλλάζει. Και οι αλλαγές του δηλώνουν την ύπαρξη αλλαγών στην κοινωνία, το γεγονός δηλαδή ότι υπάρχει ιστορία της ανθρωπότητας. Το κοινωνικό φαντασιακό, άπαξ και δημιούργησε τους θεσμούς, μπορεί είτε να παραμείνει κατά κάποιον τρόπο σε λήθαργο (έτσι συμβαίνει στις πρωτόγονες, τις αρχαϊκές, τις παραδοσιακές κοινωνίες), είτε να προκαλέσει αλλαγές, λιγότερο ή περισσότερο γρήγορες (έτσι συμβαίνει στην εποχή μας, η οποία γνωρίζει έναν γρήγορο ρυθμό από ιστορικές μεταβολές, ανήκουστο στην μέχρι τώρα ιστορία της ανθρωπότητας).

martinmarcisovskycreativeedit3Δημιουργία

Οι φιλόσοφοι έχουν αναρωτηθεί: Γιατί να υπάρχει κατι, ενώ θα μπορούσε να μην υπάρχει τίποτα. Το ερώτημα αυτό, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει απάντηση. Ίσως μάλιστα να μην έχει καν νόημα. Υπάρχει όμως ένα άλλο ερώτημα που μας βασανίζει και δεν μπορεί παρά να μας βασανίζει: Πώς γίνεται και υπάρχει μια τέτοια πολυμορφία πραγμάτων; Και φυσικά δεν εννοώ μόνον την ποσοτική πολυμορφία. Πώς γίνεται και υπάρχει αυτή η απέραντη ποικιλία μορφών, από τη μη έμβια φύση, μέχρι τις πολυάριθμες ακαθόριστες μορφές ζωής, ακόμη και μέχρι τις μορφές που ακατάπαυστα η ανθρώπινη ιστορία παράγει και δημιουργεί; Έχει υποστηριχθεί ότι η δημιουργία είναι θεία πράξη. Δεν είναι θεία πράξη. Η δημιουργία είναι αυτό ακριβώς που χαρακτηρίζει το ον. Κάθε ον.

Το παν υπόκειται συνεχώς σε αλλαγή και αναδημιουργία. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε πως ό,τι παρουσιάζεται μπροστά μας είναι μια ατέρμων επανάληψη της ίδιας μορφής, διότι αμέσως ανακύπτει το ερώτημα: Μήπως, κάθε τι είναι καταδικασμένο να επαναλαμβάνει τις μορφές που έχουν ήδη υπάρξει από κα¬ταβολής χρόνου; Είναι όμως σαφές ότι υπάρχει ένας αληθινός χρόνος’ ο χρόνος της μεταβολής. Και αληθινή μεταβολή είναι η ανάδυση νέων μορφών.

Τα φαινόμενα, τα οποία παρατηρούμε μπροστά μας, προσπαθούμε να τα ερμηνεύσουμε μέσα από τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Αυτές οι ερμηνείες είναι ασφαλώς πολύτιμες αλλά είναι πάντα μερικές. Γιατί; Διότι έχουν σημασία μόνον στις περιπτώσεις όπου τα φαινόμενα επαναλαμβάνονται (οι ίδιες αιτίες δίνουν τα ίδια αποτελέσματα), αλλά δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάδυση νέων μορφών.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την περίπτωση της ζωής. Η βιολογία μας λέει ότι σε μιαν ορισμένη στιγμή, μέσα στον «πρωταρχικό χυλό» που υπήρχε στη γη, ενας μεγάλος αριθμός μορίων συνενώθηκε τυχαία και, στη συνέχεια, κάτω από ευνοϊκές συνθήκες -θερμοκρασίας, ακτινοβολίας, πίεσης- αναδύθηκαν μορφές ζωής. Αυτή όμως η απάντηση δεν στέκει. Γιατί; Διότι μια μορφή ζωής είναι κάτι άλλο από μιαν απλή συνένωση μορίων. Επί πλέον, πρόκειται για μια συνένωση μορίων τελείως ιδιαίτερη ανάμεσα στα δισεκατομμύρια των δισεκατομμυρίων που θα μπορούσαν να συντεθούν. Είναι μια συνένωση που κατορθώνει να οργανώνεται, να συντηρείται, να αναπαράγεται. Το ίδιο ισχύει, με τρόπο πολύ πιο πυκνό και έντονο, στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Η Ιστορία δεν είναι αποτέλεσμα συνδυασμού ίδιων στοιχείων. Η Ιστορία είναι δημιουργία νέων στοιχείων. Είναι δημιουργία της μουσικής, της ζωγραφικής, της τέχνης, της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας. Και φυσικά δεν μπορούμε να εξηγήσουμε με τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος τη μουσική του Μπαχ ή του Μπετόβεν. Αυτή η μουσική είναι μεγάλη, διότι είναι πρωτότυπη. Και λέγοντας πρωτότυπη, σημαίνει ότι ακριβώς δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε.

martinmarcisovskycreativeedit2

Αυτονομία

Υπάρχει ανθρώπινη ελευθερία και σε τι συνίσταται; Ελευθερία δεν σημαίνει να κάνουμε ό,τι μας κατεβαίνει στο κεφάλι, ούτε, όπως νόμιζαν ορισμένοι φιλόσοφοι, να δρούμε χωρίς κίνητρα. Ελευθερία σημαίνει κατ’ αρχάς να έχουμε διαύγεια απέναντι, σ’ αυτό που σκεφτόμαστε και σ’ αυτό που κάνουμε. Μπορούμε όμως να είμαστε ελεύθεροι,, όταν ζούμε σε μια κοινωνία και κάτω από τον κοινωνικό νόμο; Θα διατυπώσω την απάντηση ως εξής: Μπορώ να είμαι ελεύθερος, εφόσον συμμετέχω στη διαμόρφωση αυτού του νόμου, εφόσον αποφασίζω ισότιμα μαζί με τους άλλους για τη δημιουργία αυτού του νόμου και, τέλος, εφόσον είμαι σύμφωνος με τον τρόπο που ο νόμος αυτός θεσμίστηκε.

Για πολύ μεγάλο διάστημα οι ανθρώπινες κοινωνίες πίστευαν ότι τους νόμους και τους θεσμούς τους δεν τους είχαν δημιουργήσει οι ίδιες. Αλλά τότε ποιος; Οι θεοί, ο Θεός, οι πρόγονοι. Σε τέτοιες συνθήκες αυτοί οι νόμοι και οι θεσμοί προφανώς θεωρούνται ιεροί. Αδύνατον να τους αμφισβητήσει κανείς. Πώς είναι δυνατόν να πω ότι ο νόμος που τον έχει δώσει ο Θεός (αν ο Θεός είναι η πηγή κάθε δικαίου) είναι άδικος;

Σε μιαν τέτοια κοινωνία, που θα την αποκαλέσουμε ετερόνομη -επειδή είναι υπόδουλη στους δικούς της θεσμούς-, τα ίδια τα άτομα είναι ετερόνομα. Δεν μπορούν να σκεφτούν μόνα τους, εκτός από τελείως τετριμμένα και δευτερεύοντα θέματα. Δεν μπορούν να ελέγξουν κριτικά τη συμπεριφορά τους. Δεν μπορούν να κρίνουν τι είναι καλό και τι κακό, τι είναι δίκαιο και τι άδικο, τι είναι αληθές και τι ψευδές. Αυτή ήταν η μοίρα της κοινωνίας επί χιλιετίες.

Κάποια στιγμή όμως έγινε μια ιστορική ρήξη, η οποία άλλαξε την κατάσταση των πραγμάτων. Η ρήξη αυτή παρατηρείται για πρώτη φορά στην Αρχαία Ελλάδα (στις πόλεις που δημιούργησαν τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία) και μετά, αφού μεσολάβησαν είκοσι αιώνες έκλειψης, ξαναξεκίνησε για δεύτερη φορά στη Δυτική Ευρώπη (με την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό, το μεγάλο δημοκρατικό κίνημα χειραφέτησης, το εργατικό κίνημα κ.λπ.). Αυτά τα κινήματα -με το πρόταγμα της αυτονομίας- δημιούργησαν τις κάποιες ελευθερίες που διαθέτει η κοινωνία, στην οποία ζούμε. Όμως το πρόταγμα της αυτονομίας, το οποίο έφθασε στο κορύφωμα του ανάμεσα στο 1750 και το 1950, επί του παρόντος μοιάζει να είναι εξουδετερωμένο. Σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία, στην οποία η απάθεια, ο κυνισμός και η ανευθυνότητα ολοένα επεκτείνονται. Το κίνημα της αυτονομίας πρέπει να ξαναξεκινησει και να προσπαθήσει να εγκαθιδρύσει μιαν αληθινή δημοκρατία. Μια δημοκρατία όπου όλοι θα συμμετέχουν στη ρύθμιση και τον καθορισμό των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Και αυτό είναι το μόνο πολιτικό πρόταγμα, για το οποίο αξίζει τον κόπο να εργαστούμε και να αγωνιστούμε.

* Τέσσερεις λέξεις: Φαντασία, Φαντασιακό, Δημιουργία, Αυτονομία. Τέσσερεις έννοιες-κλειδιά στο έργο του Κορνηλίου Καστοριάδη. Αυτές τις τέσσερεις λέξεις τις ((παρουσίασε» ο ίδιος στη γαλλική τηλεόραση -στην καθημερινή εκπομπή Inventer Domain του δημοσίου και με εκπαιδευτικό χαρακτήρα σταθμού La Cinquicnic-, σε τέσσερεις συνεχείς ημέρες (2,3,4,5.12.1996). Τέσσερεις λέξεις, τέσσερεις εκπομπές διάρκειας τεσσάρων λεπτών κάθε μία’ κάθε εκπομπή για μία λέξη. Αυτό εδώ το κείμενο είναι η μετάφραση, με ελάχιστες συντομεύσεις, των τεσσάρων εκπομπών.

Απόσπασμα από το βιβλίο “είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας” του Κορνήλιου Καστοριάδη

Φωτογραφίες: Martin Marcisovsky

Πηγή: antikleidi.com

Κατηγορίες:
Λεξιλογικά

Η σχέση γλώσσας και σκέψης

| 0 ΣΧΟΛΙΑ

Σήμερα θα μιλήσουμε για τη σχέση γλώσσας και σκέψης. Το θέμα, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι ενδιαφέρον.

Όχι ότι θα δώσουμε απάντηση σ’ αυτό το μεγάλο πρόβλημα που τόσο έχει συζητηθεί και συζητιέται και θα συζητιέται ίσως «ες αεί». Δεν πρόκειται για την απάντηση. Αυτή έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει, αφού δεν έχει δοθεί από τους ειδικούς. Άλλο θα κάνουμε, που νομίζω ότι είναι κι αυτό αρκετά ενδιαφέρον.

Θα αναφερθούμε σ’ εκείνους που ασχολήθηκαν μ’ αυτό το πρόβλημα και θα παρακολουθήσουμε τις απόψεις τους. Θα πάρουμε, έτσι, μιαν ιδέα αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο είδαν τη σχέση γλώσσας και σκέψης φιλόσοφοι, επιστήμονες (γλωσσολόγοι, νευροεπιστήμονες, παιδαγωγοί, ψυχολόγοι, γιατροί) και άλλοι που έσκυψαν πάνω σ’ αυτό το θέμα το τόσο καίριο, τόσο σημαντικό για τη ζωή μας αλλά και τόσο άγνωστο.

Αρχίζουμε, λοιπόν, από τους αρχαίους Έλληνες, διότι, όσο ξέρω, είναι οι πρώτοι στον κόσμο που αντίκρισαν αυτό το θέμα ερευνητικά. Και μάλιστα αρχίζουμε με τον Πλάτωνα. Στο έργο του που φέρει τον τίτλο Σοφιστής, ο Ξένος και ο σοφιστής Θεαίτητος συζητούν ανάμεσα στα άλλα και τη σχέση γλώσσας και σκέψης. Ύστερα μάλιστα από διεξοδική συζήτηση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η γλώσσα ταυτίζεται με τη σκέψη. Ακούστε τους:

Ξένος: Ούκοΰν, Θεαίτητε, λέει ο Ξένος, διάνοια και λόγος ταύτόν πλήν ό μέν εντός τής ψυχής πρός αυτήν .διάλογος ανευ φωνής γιγνόμενος τούτ’ αυτό ήμΐν έπωνομάσθη διάνοια;

Θεαίτητος: Πάνυ μέν ούν.

Ξένος: Τό δέ γ’ απ’ εκείνης ρεύμα διά τού στόματος ιόν μετά φθόγγου κέκληται λόγος;

Θεαίτητος: ’Αληθή.

Το μεταφέρω στα Νέα Ελληνικά:

Ξένος: Λοιπόν, Θεαίτητε, από όσα συζητήσαμε έως τώρα, συνάγεται ότι η σκέψη και ο λόγος είναι το ίδιο πράγμα. Με μόνη τη διαφορά ότι ονομάστηκε από μας σκέψη ο διάλογος που κάνει μέσα της η ψυχή με τον εαυτό της χωρίς να μετέχει η φωνή;

Θεαίτητος: Βεβαιότατα.

Ξένος: Και από την άλλη μεριά το ρεύμα που βγαίνει απ’ εκείνην και περνάει από το στόμα ενωμένο με τη φωνή, αυτό δεν έχει ονομαστεί λόγος;

Θεαίτητος: Βεβαιότατα,

Επομένως, για τον Πλάτωνα, η σκέψη είναι εσωτερικευμένη γλώσσα, ενώ η γλώσσα είναι εξωτερικευμένη σκέψη. Άλλωστε οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την ίδια λέξη «λόγος», για να δηλώσουν τόσο τη γλώσσα όσο και τη λογική. Σήμερα μιλούμε για ενδόμυχο λόγο και για φωνούμενο λόγο. Είναι αξιοσημείωτο ότι και στις δύο περιπτώσεις μιλούμε για λόγο. Δεν είναι φρόνιμο αυτά να θεωρηθούν τυχαία ή συμπτωματικά.

Λανθάνει η αντίληψη που έχει ο Έλληνας ότι υπάρχει στενός δεσμός ανάμεσα στη γλώσσα και στη σκέψη. Λόγος είναι και η γλώσσα, όπως λόγος είναι και η σκέψη. Μήπως και το ρήμα «συλλογίζομαι» (συνλογίζομαι: σκέφτομαι και κατά τη σκέψη μου χρησιμοποιώ τον λόγο, σκέφτομαι με τον λόγο) δεν σημασιοδοτεί ανάλογη αντίληψη; αντίληψη που δένει άρρηκτα τη γλώσσα με τη σκέψη;

Ανάλογη αντίληψη υποκρύπτουν και τα ρήματα φράζω και φράζομαι στον Όμηρο: φράζω σημαίνει λέγω.

Αυτοί δ’ αΰτε παρά ρόον Ώκεανοΐο ποταμοιο ήομεν οφρα ές τόπον άφικόμεθ’ αν φράσε Κίρκη.

Κι εμείς πάλι πλέαμε στα ρεύματα του Ωκεανού ώσπου φτάσαμε στον τόπο για τον οποίο μας είχε μιλήσει η Κίρκη.

Μιλάει ο Οδυσσέας στο παλάτι του Αλκίνοου, όπου διηγείται στον βασιλιά και στους άλλους άρχοντες τις ατελείωτες περιπέτειές του. Είναι φανερό ότι το ρήμα φράζω σημαίνει εδώ λέγω/μιλώ. Θυμηθείτε και τα νεοελληνικά εκφράζω, παραφράζω, συμφράζω (συμφραζόμενα), φράση, έκφραση, εκφραστικός, εκφραστικότητα κλπ.

 

Στον Όμηρο, πάλι, συναντούμε το βήμα φράζομαι με τη σημασία του σκέπτομαι:

φράζεο, Τυδεΐδη, και χάξεο μηδέ θεοισιν ισα έθελε φρονέειν.

Σκέψου, γιε του Τυδέα, και σχάσου και μη θέλεις να γίνεις ίδιος με τους θεούς.

Είναι φανερό ότι το φράζομαι στο χωρίο αυτό του Ομήρου έχει ανάλογη χρήση με τη χρήση του ρήματος συλλογίζομαι. Μέσα στο φράζομαι άνετα μπορεί κανείς να αναγνώσει τη φράση (φράζω), λέξη ανάλογη στη σημασία με τη λέξη λόγος. Δηλαδή <φράζομαι=σκέπτομαι χρησιμοποιώντας τη φράση (το λόγο).

Στον λόγο, λοιπόν, του ελληνικού λαού από τα χρόνια του Ομήρου (και ποιος μπορεί να ξέρει και πόσους αιώνες πριν) έως σήμερα λανθάνει η αντίληψη ότι η σκέψη γίνεται με τον λόγο. Για την επαλήθευση αυτής της αντίληψης, θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί και άλλα χωρία του Ομήρου καθώς και άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Δεν θα το κάμω, όμως. Αν και θα άξιζε τον κόπο. Έχει γοητεία αυτή η έρευνα. Ο χρόνος δεν μας παίρνει.

Θα αναφερθώ, ωστόσο, στον προσωκρατικό φιλόσοφο Ηράκλειτο (6ος αιώνας π.Χ.), σ’ αυτόν τον μεγάλο και σκοτεινό, όπως τον είπαν, εφέσιο φιλόσοφο, από το έργο του οποίου μόνον αποσπάσματα σώζονται στα Fragmenta philosophorum Graecoruin. Γράφει, λοιπόν, σ’ ένα από αυτά τα αποσπάσματα σχετικά με την ψυχή: Πείρατα ψυχής ούκ άν έξεύροιο πάσαν έπιπορευόμενος οδόν οΰτω βαθύν λόγον έχει· έστι ψυχής λόγος έωυτόν αύξων.

Την άκρη της ψυχής δεν μπορεί κανείς να τη βρει όποιον δρόμο και να πάρει- τόσο βαθύς είναι ο λόγος της· υπάρχει λόγος στην ψυχή που αυξάνει τον εαυτό του.

Δεν θα με απασχολήσει εδώ η σημασία της λέξης λόγος. Πολλά έχουν γραφεί και θα γραφούν ακόμη από τους φιλοσόφους και τους φιλολόγους που ερμηνεύουν τον Ηράκλειτο. Θα πω μόνον ότι ο Ηράκλειτος, για να δηλώσει την απεραντοσύνη της ψυχής επέλεξε τη λέξη λόγος, η οποία, βεβαίως, παραπέμπει στη γλώσσα. Βαθύς ο λόγος της ψυχής. Που θα μπορούσε να σημαίνει ότι η ψυχή είναι τρίσβαθη και απέραντη και ανεξερεύνητη, όπως ο λόγος. Μόνον αυτή η λέξη έχει τη δύναμη να αποδώσει την έκταση και το βάθος της ψυχής, η λέξη λόγος.

Βλέπω, δηλαδή, στο απόσπασμα αυτό του Ηράκλειτου να παραλληλίζεται το βάθος και η απεραντοσύνη της ψυχής με το βάθος και την απεραντοσύνη του λόγου. Θα μπορούσα, φυσικά, να τα παρουσιάσω αυτά πιο απλά, χωρίς να αδικήσω τον Ηράκλειτο και χωρίς να βάλω κανέναν σε πειρασμό: τρίσβαθη και απέραντη η ψυχή όπως ο λόγος, που διαρκώς πολλαπλασιάζει τον εαυτό του. Και αντιστρόφως, τρίσβαθη και απέραντη η γλώσσα (λόγος) όπως η ψυχή. Σημασία για την περίπτωσή μας έχει το γεγονός ότι ο φιλόσοφος επιλέγει και χρησιμοποιεί τη λέξη λόγος προκειμένου να μιλήσει για γνωρίσματα/ιδιότητες που σχετίζονται με το βάθος και την απεραντοσύνη της ψυχής.

Με την ίδια λέξη λόγος θ’ αρχίσει αργότερα, έξι αιώνες μετά τον Ηράκλειτο, το ευαγγέλιό του ο ευαγγελιστής Ιωάννης:

Έν αρχή ήν ό λόγος, θα πει,καί ό λόγος ήν πρός τόν θεόν καί θεός ήν ό λόγος.

Που σημαίνει ότι κι αυτός, όπως ο Ηράκλειτος, επέλεξε τη λέξη λόγος προκειμένου να τη συσχετίσει με τον Θεό, προκειμένου δηλαδή να μιλήσει για κάτι πολύ πολύ σημαντικό, ό,τι πιο σημαντικό θα μπορούσε να υπάρξει. Και μάλιστα για έναν ευαγγελιστή, τον πιο αξιόλογο ευαγγελιστή από τους μαθητές του Χριστού. Έκρινε, με άλλα λόγια, ο Ιωάννης, ότι αυτή είναι η λέξη που θα μπορούσε να παραπέμψει καλύτερα από κάθε άλλην στη μεγαλοσύνη και την απεραντοσύνη και την παντοδυναμία κλπ. του Θεού.

Στα νεότερα χρόνια, στις αρχές του αιώνα μας, μιλάει με ανάλογο τρόπο για τη σχέση γλώσσας και σκέψης ο Ferdinand de Saussure, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και πατέρας της νεότερης γλωσσολογίας με τεράστιο έργο και μεγάλη προσφορά στην έρευνα και τη μελέτη της γλώσσας. Το έργο του αποτελεί σταθμό στην επιστήμη της γλωσσολογίας. Αρχίζει μαζί του μια καινούρια περίοδος στη μελέτη των γλωσσών.

Η γλώσσα, λέει ο Saussure, και η σκέψη δένονται μεταξύ τους όπως δένονται οι δύο πλευρές μιας κόλλας χαρτιού. Όπως, παρατηρεί, δεν μπορούμε να εννοήσουμε μια κόλλα χαρτιού με μια μονάχα πλευρά, έτσι δεν μπορούμε να εννοήσουμε γλώσσα χωρίς σκέψη και σκέψη χωρίς γλώσσα. Και όχι μόνον αυτό· προχωρεί και πιο κει: αν, παρατηρεί, τραυματίσουμε τη μια πλευρά του χαρτιού, θα δεχθεί το τραύμα και η άλλη. Έτσι και με τη γλώσσα και τη σκέψη: αν τραυματίσουμε τη σκέψη, θα τραυματίσουμε τη γλώσσα και, αντιστρόφως, αν τραυματίσουμε τη γλώσσα, θα τραυματίσουμε τη σκέψη. Παρένθεση.

Αυτά που είχε συλλάβει και είχε διατυπώσει ο Saussure για τη σχέση γλώσσας και σκέψης χωρίς εμπειρική έρευνα, φαίνεται να τα επαληθεύουν οι σημερινές επιστήμες με την έρευνά τους την εμπειρική. Έχει εντοπιστεί π.χ. στον εγκέφαλο το «τετράπλευρο της γλώσσας», το οποίο αποτελείται από τέσσερα κέντρα, δύο κινητικά και δύο αισθητικά. Κινητικά είναι το κέντρο του Broca και το κέντρο του Exner· αισθητικά είναι τα κέντρα του Wernicke και του Kunsmal. Ονομάστηκαν όλα, όπως συνηθίζεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, από τα ονόματα των επιστημόνων οι οποίοι τα διαπίστωσαν και τα προσδιόρισαν.

Κλινικές παθήσεις έδειξαν ότι, όταν βλάπτονται τα κέντρα αυτά, βλάπτεται η ανθρώπινη γλώσσα και διαταράσσεται η ανθρώπινη επικοινωνία. Έτσι, βλάβες στα κέντρα του Broca και του Εxner συνεπάγονται αντίστοιχα την αφασία και την αγραφία, ενώ βλάβες στα κέντρα του Wernicke και του Kunsmal επιφέρουν αντίστοιχα τη λεξική κώφωση, κατά την οποία ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται τις λέξεις δια της ακοής, και τη λεξική τύφλωση, κατά την οποία παρουσιάζεται αδυναμία ή δυσκολία να αντιληφθεί κανείς με την όραση τις λέξεις.

Γενικά οι επιστήμες που ασχολούνται σήμερα με τα προβλήματα αυτά (νευροεπιστήμες, ψυχογλωσσολογία, παθογλωσσολογία, νευρογλωσσολογία κλπ.) διαπιστώνουν ότι υπάρχει πολύ στενή σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και τη σκέψη. Κλείνει η παρένθεση.

Πάντως, για τον F. de Saussure, η γλώσσα δεν είναι υπόθεση ονοματοθεσίας· η λέξη (στη γλωσσολογία την ονομάζουμε με τον γλωσσολογικό όρο σημείο) δεν συνδέει, όπως αφελώς μπορεί να νομίσει κάποιος, ένα όνομα με ένα πράγμα. Η λέξη (το σημείο) έχει εσωτερικότητα, είναι μια ψυχική οντότητα: ενώνει μιαν έννοια με μιαν ακουστική εικόνα.

Ακούστε, όμως, και άλλες σκέψεις του Saussure για τη σχέση γλώσσας και σκέψης —και κλείνω μ’ αυτές. Γράφει:

«Η σκέψη, χαώδης από τη φύση της, υποχρεώνεται να αυτοκαθορίζεται αναλυόμενη. Δεν υπάρχει, λοιπόν, ούτε εξυλοποίηση των σκέψεων, ούτε εκπνευματοποίηση των ήχων, αλλά πρόκειται για το γεγονός, μυστηριακό κατά κάποιον τρόπο, ότι η “σκέψη-ήχος” υπονοεί διαιρέσεις και ότι η γλώσσα επεξεργάζεται τις μονάδες της τοποθετούμενη ανάμεσα σε δύο άμορφες μάζες. Ας φανταστούμε τον αέρα σ’ επαφή με μια μεγάλη έκταση ήρεμου νερού- αν η ατμοσφαιρική πίεση αλλάξει, η επιφάνεια του νερού αναλύεται σε μια σειρά διαιρέσεις, δηλαδή σε κύματα· οι κυματισμοί αυτοί θα δώσουν μιαν ιδέα της ένωσης και, για να το πούμε έτσι, της σύζευξης της σκέψης με τη φωνητική ύλη».

***

Χρίστος Τσολάκης - Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική - Εκδότης: Νησίδες

Πηγή:antikleidi.com

Κατηγορίες:
Λεξιλογικά

«Έτσι ερωτεύτηκα τα μαθηματικά», του Απόστολου Δοξιάδη (συγγραφέα του Logicomix)

| 0 ΣΧΟΛΙΑ

Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Απόστολου Δοξιάδη «Ερασιτέχνης επαναστάτης» (Πρώτο μέρος, Κεφ. 5, σελ. 224 – 226), Εκδόσεις Ίκαρος, Δεκέμβριος 2018.

[…] Ξεκινώ από την παρατήρηση ότι δεν είναι για όλους ίδιος ο δρόμος που φτάνει στην τέχνη του Πυθαγόρα και του Ευκλείδη. Άλλοι αποφασίζουν να ασχοληθούν με τα μαθηματικά επειδή τους έρχονται εύκολα, άλλοι επειδή τους μαγνητίζουν ως διανοητικά προβλήματα, σαν σπαζοκεφαλιές ας πούμε, ενώ κάποιοι, όχι οι περισσότεροι νομίζω, επειδή αποκτούν μαζί τους, όπως απέκτησα κι εγώ, μια έντονη συναισθηματική σχέση. Η τελευταία αυτή κατηγορία εκδηλώνει όλα τα συμπτώματα του έρωτα, και μάλιστα του εφηβικού – αφού κατά κανόνα σε αυτή την εποχή της ζωής εμφανίζεται ο έρωτας για τα μαθηματικά. Έτσι κι εγώ, όπως όλοι οι παθιασμένοι εραστές κάθε λογής, έβλεπα στο αντικείμενο του πάθους μου ανυπέρβλητη ομορφιά. Και, καθώς ήμουν φύση ρομαντική – θα μου πείτε, δεν είναι, έστω πρόσκαιρα, ο κάθε ερωτευμένος; –, αυτή την ομορφιά δεν την έβλεπα για ανθρώπινη, γήινη, αλλά σαν ακτινοβολία ενός άλλου κόσμου.

Αυτού του τύπου την ομορφιά στα μαθηματικά τη γεύτηκα αρχικά, σε μικρότερες δόσεις, σε κάποιες σπουδαίες αποδείξεις που μελέτησα, όπως των Πυθαγορείων για το γεγονός ότι η τετραγωνική ρίζα του 2 δεν μπορεί να εκφραστεί ως κλάσμα ακεραίων ή του Ευκλείδη για την απειρία των πρώτων αριθμών. Αντιδρώντας στην ομορφιά της μεγάλης ποίησης, ένιωθα ένα ρίγος συγκίνησης. Εδώ πήγαινα παραπέρα. Σε εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου που συνειδητοποιούσα την απόλυτη αλήθεια της απόδειξης –πάντα είναι ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, έστω κι αν έρθει ύστερα από ώρες συνειδητού κόπου– ένιωθα μέσα μου ένα ρίγος που την υφή του δεν μπορώ να τη βάλω σε λόγια. Ήταν μια κατάσταση στην οποία δεν είχα ξαναβρεθεί στη ζωή μου, που επιπλέον ήταν εθιστική: κάθε νέο ρίγος που μου δημιουργούσε ένα θεώρημα με έκανε να αποζητώ περισσότερα παρόμοια.

Αριστερά: Οι Nicolas Bourbaki (Dieulefit, 1938). Από αριστερά προς τα δεξιά, Charles Pisot, André Weil, Jean Dieudonné, Claude Chabauty, Charles Ehresmann, Jean Delsarte. Στην άκρη αριστερά η φιλόσοφος Simone Weil. (Πηγή φωτογραφίας: Wikipedia). Δεξιά: «Το πέρασμα από το υπερσύνθετο στο πολύ απλό και από εκεί πάλι προς τα πάνω, στην κατασκευή του υπερσύνθετου, έτσι όπως παρουσιάζεται στη ‘‘Θεωρία των Συνόλων’’, μου φάνηκε ότι κινούνταν στα όρια της μαγείας, μιας μαγείας όμως αληθινής, όχι σαν των ταχυδακτυλουργών», γράφει ο Απόστολος Δοξιάδης. (Στη φωτογραφία η έκδοση του βιβλίου «Θεωρία των Συνόλων» είναι του 1970).

Το απόγειο της αίσθησης της υπερβατικής ομορφιάς των μαθηματικών το άγγιξα για πρώτη φορά σε ένα βιβλίο στην Αθήνα, προτού πάω στο Κολούμπια. Το είχα βρει στα ράφια του ξενόγλωσσου τμήματος του παλιού Ελευθερουδάκη, και με είχε τραβήξει το όνομα του συγγραφέα: Νικολά Μπουρμπακί. Το αγόρασα βέβαιος ότι το παράξενο όνομα δήλωνε κάποιον άγνωστό μου συμπατριώτη, σπουδαίο μαθηματικό που σταδιοδρομούσε στη Γαλλία –αφού το βιβλίο ήταν στα γαλλικά–, σύντομα όμως έμαθα ότι άνθρωπος με αυτό το όνομα δεν υπήρχε. Ήταν το συλλογικό ψευδώνυμο μιας ομάδας σπουδαίων μαθηματικών, όλων Γάλλων, με μονάχα ένα ξένο μέλος στην αρχή: τον Σάμιουελ Άιλενμπεργκ. Το βιβλίο λεγόταν Θεωρία των Συνόλων, την οποία μέσα στην τύφλα μου νόμιζα ότι ήξερα. Όμως, αρχίζοντας να διαβάζω το βιβλίο, κατάλαβα ότι παρουσίαζε κάτι που ήταν εντελώς άγνωστο. Στις πρώτες του σελίδες, που λόγω της εννοιολογικής τους πυκνότητας μου πήραν μέρες να τις καταλάβω, διάβασα με δέος την αναγωγή της θεωρίας σε κάποια στοιχειώδη αξιώματα και, μέσα από αυτό το χτίσιμο, από κάτω προς τα πάνω, ολόκληρου του λογικού της οικοδομήματος – κάτι αντίστοιχο, δηλαδή, με αυτό που είχε κάνει πριν από είκοσι τρεις αιώνες ο Ευκλείδης για τη γεωμετρία, αλλά εδώ σε ένα επίπεδο διανοητικής αφαίρεσης πολύ πιο υψηλό, και γι’ αυτό ασύγκριτα πιο γοητευτικό.

Το πέρασμα από το υπερσύνθετο στο πολύ απλό και από εκεί πάλι προς τα πάνω, στην κατασκευή του υπερσύνθετου, έτσι όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο των –και όχι του– Νικολά Μπουρμπακί, μου φάνηκε ότι κινούνταν στα όρια της μαγείας, μιας μαγείας όμως αληθινής, όχι σαν των ταχυδακτυλουργών. Στη μαγεία των μαθηματικών, όπως τη βίωσα τότε, είδα την υπόσχεση για την αποκάλυψη της πεμπτουσίας της αλήθειας. Είχα την αίσθηση ότι, προχωρώντας κι άλλο στη μελέτη τους, αργά ή γρήγορα θα αντίκριζα το Απόλυτο. Και αυτό, πέρα από την ομορφιά του, θα ήταν γιατρικό για κάθε ψυχικό μου βάσανο, ακόμα και για τον φόβο του θανάτου.[…]

Σημ. 1: Ο Απόστολος Δοξιάδης, με «όχημα» μια εργασία του με μαθηματικό θέμα, έγινε δεκτός, στα 15 του χρόνια, στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης για να σπουδάσει μαθηματικά, προσκεκλημένος από τον Σάμιουελ Άιλενμπεργκ, «τον πατέρα της Θεωρίας των Κατηγοριών, η οποία μεταμόρφωσε τα μαθηματικά στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα» («Ερασιτέχνης επαναστάτης», σελ. 221) και ενός εκ των μη Γάλλων μελών των Νικολά Μπουρμπακί. Ακολούθως συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στα Εφαρμοσμένα Μαθηματικά στην École Pratique des Hautes Études στο Παρίσι.

Σημ. 2: Ο Απόστολος Δοξιάδης είναι ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του πολυμεταφρασμένου μυθιστορήματος «Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ» (Εκδόσεις Καστανιώτη 1992), το οποίο χαρακτηρίστηκε από την Independent ως «η γένεση του είδους της μαθηματικής λογοτεχνίας», και συνιδρυτής, μαζί με τον Τεύκρο Μιχαηλίδη και τον Πέτρο Δελλαπόρτα, της ομάδας «Θαλής + Φίλοι», που δημιουργήθηκε το 2005 «από την ανάγκη των εμπνευστών της να εξερευνήσουν τη σχέση ανάμεσα στα μαθηματικά και την αφήγηση».

Σημ. 3: Η 14η Μαρτίου (σήμερα) [3(oς μήνας), 14]είναι η Παγκόσμια Ημέρα της Σταθεράς π.

Πηγή: andro.gr

Κατηγορίες:
Φυσική & Φιλοσοφία

Oυμπέρτο Έκο - Η επίπεδη Γη, οι Αντίποδες και η σφαιρική Γη

| 0 ΣΧΟΛΙΑ

Η υπόθεση για την επίπεδη Γη

Όταν ξεκίνησε ο συλλογισμός πάνω στο ποιο ήταν το σχήμα της γης, ήταν αρκετά ρεαλιστικό για τους αρχαίους να σκεφτούν ότι αυτή ήταν σαν ένας δίσκος.

Για τον Όμηρο, ο δίσκος περιβαλλόταν από τον Ωκεανό και ήταν σκεπασμένος από το κάλυμμα των ουρανών και -κρίνοντας από τα αποσπάσματα των Προσωκρατικών, που μερικές φορές είναι ανακριβή και αντιφατικά, σύμφωνα με τις μαρτυρίες- για τον Θαλή ήταν ένας δίσκος επίπεδος.

Για τον Αναξίμανδρο είχε το σχήμα ενός κυλίνδρου και ο Αναξιμένης μιλούσε για μια επίπεδη επιφάνεια περιβαλλόμενη από Ωκεανό, που έπλεε πάνω σε ένα είδος μαξιλαριού πεπιεσμένου αέρα.

Μόνο ο Παρμενίδης φαίνεται να είχε διαισθανθεί τη σφαιρικότητα και ο Πυθαγόρας τη θεωρούσε σφαιρική για μυστικομαθηματικούς λόγους.

Στις εμπειρικές παρατηρήσεις βασίζονταν, αντίθετα, οι επόμενες αποδείξεις για τη σφαιρικότητα της γης, όπως μαρτυρούν τα κείμενα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

Αμφιβολίες για τη σφαιρικότητα υπάρχουν στον Δημόκριτο και στον Επίκουρο, και ο Λουκρήτιος αρνείται την ύπαρξη των Αντιπόδων, αλλά γενικά για ολόκληρη την όψιμη αρχαιότητα η σφαιρικότητα της γης δεν συζητείτο πλέον.

Ότι η γη ήταν σφαιρική, το γνώριζε φυσικά ο Πτολεμαίος, διαφορετικά δεν θα τη χώριζε σε τριακόσιους εξήντα μεσημβρινούς. Το γνώριζε και ο Ερατοσθένης, ο οποίος τον 3° αι. μ.Χ. υπολόγισε, με πολύ καλή προσέγγιση, το μήκος του γήινου μεσημβρινού, λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά κλίσης του ήλιου, το μεσημέρι του θερινού ηλιοστασίου, όταν αντανακλούσε στον πάτο των πηγαδιών της Αλεξάνδρειας και της Syene [σημερινό Ασουάν], πόλη της οποίας γνώριζε την απόσταση.

 

Ο παγκόσμιος χάρτης του Πτολεμαίου που ανασυστάθηκε τον 15ο αι

Η σφαιρική Γη

Παρά τους πολλούς θρύλους, που ακόμα κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, όλοι οι μελετητές του μεσαίωνα γνώριζαν ότι η γη ήταν μια σφαίρα. Ακόμα κι ένας μαθητής της πρώτης τάξης του Λυκείου μπορεί εύκολα να καταλάβει ότι, εάν ο Δάντης μπαίνει στον κρατήρα του ηφαιστείου και βγαίνει από την άλλη μεριά βλέποντας άγνωστα άστρα στους πρόποδες του βουνού του Κολαστηρίου, αυτό σημαίνει ότι γνώριζε πολύ καλά ότι η Γη είναι στρογγυλή.

Όμως την ίδια γνώμη είχαν ο Ωριγένης και ο Αμβρόσιος, ο Αλβέρτος ο Μέγας, ο Θωμάς Ακινάτης, ο Ρογήρος Βάκων, ο Ιωάννης του Σακρομπόσκο, για να αναφέρουμε μερικούς.

Τον 7° αιώνα, ο Ισίδωρος της Σεβίλλης (που δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν πρότυπο επιστημονικής ακρίβειας) υπολόγισε το μήκος του Ισημερινού. Ανεξάρτητα από την ακρίβεια των μετρήσεών του, θέτει το πρόβλημα του μήκους του Ισημερινού ή, ακριβέστερα, θεωρεί ότι η Γη είναι σφαιρική. Μεταξύ άλλων, η μέτρηση του Ισίδωρου, αν και είναι κατά προσέγγιση, δεν απέχει πολύ από τις σημερινές.

Στις απαρχές ενός ιστορικού λάθους

Τότε, γιατί επί μακράν, ακόμα και σήμερα, πολλοί πιστεύουν ότι ο χριστιανισμός στις απαρχές του απομακρύνθηκε από την ελληνική αστρονομία και επέστρεψε στην ιδέα της επίπεδης γης;

Κάντε το πείραμα και ρωτήστε έναν άνθρωπο, ακόμα και μορφωμένο, τι ήθελε να δείξει ο Χριστόφορος Κολόμβος όταν ήθελε να φτάσει στην Ανατολή από τη Δύση και ότι οι μαθητές του Σαλαμάνκα πίστευαν ότι η Γη ήταν επίπεδη και ότι μετά από ένα σύντομο θαλασσινό ταξίδι οι τρεις καραβέλες θα έπεφταν στην κοσμική άβυσσο.

Ένα μέρος της σκέψης του 19ου αιώνα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι διάφορες θρησκευτικές ομολογίες εναντιώθηκαν στον εξελικτισμό, συνέβαλε στη χριστιανική σκέψη (πατερική και σχολαστική) ως προς την ιδέα ότι η Γη είναι επίπεδη. Ήθελε να αποδείξει ότι έσφαλλε σχετικά με τη σφαιρικότητα της Γης, κι έτσι η Εκκλησία μπορούσε να σφάλλει και σχετικά με την προέλευση των ειδών.

Επωφελούνται, λοιπόν, από έναν χριστιανό συγγραφέα του 4ου αιώνα, τον Λακτάντιο (Περί θείων θεσμών), που προβάλλει ότι στη Βίβλο το σύμπαν περιγράφεται με βάση το μοντέλο του προσκυνηταρίου, άρα με σχήμα τετράγωνο, και ανατίθεται στις παγανιστικές θεωρίες για τη σφαιρικότητα της Γης, επειδή δεν ήθελε να αποδεχτεί την ιδέα ότι μπορεί να υπήρχαν οι Αντίποδες, όπου οι άνθρωποι θα έπρεπε να περπατούν με το κεφάλι προς τα κάτω.

Τελικά, ανακαλύφθηκε ότι ένας Βυζαντινός γεωγράφος του 16ου αιώνα, ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης, σε μια Χριστιανική Τοπογραφία του, σκεπτόμενος πάντα το Βιβλικό προσκυνητάρι, υποστήριξε ότι ο κόσμος θα πρέπει να ήταν ορθογώνιος με ένα τόξο που δέσποζε πάνω από το επίπεδο έδαφος της γης.

Στο μοντέλο του Κοσμά, το καμπύλο μέρος παραμένει κρυμμένο από τα μάτια μας από το στερέωμα ή, πιο σωστά, από το πέπλο του στερεώματος. Κάτω από αυτό υπάρχει η οικουμένη ή, ακριβέστερα, ολόκληρη η Γη στην οποία κατοικούμε. Η οποία ακουμπά πάνω στον Ωκεανό και στηρίζεται με μια αμυδρή και διαρκή κλίση προς τα βορειοδυτικά, όπου υψώνεται ένα Βουνό τόσο ψηλό, ώστε η παρουσία του διαφεύγει του βλέμματός μας και η κορυφή του χάνεται μέσα στα σύννεφα. Ο Ήλιος κινούμενος από τους αγγέλους -στους οποίους οφείλονται, επίσης, η βροχή, οι σεισμοί και όλα τα άλλα ατμοσφαιρικά φαινόμενα- διασχίζει το στερέωμα το πρωί από την ανατολή προς τον νότο, μπροστά από το βουνό, και φωτίζει τον κόσμο, και το απόγευμα ανεβαίνει από τη δύση και εξαφανίζεται πίσω από το Βουνό. Ο κύκλος, αντίθετα, ολοκληρώνεται από τη Σελήνη και τα αστέρια.

«Οι χάρτες σε σχήμα Τ»

Πολλά επίσημα βιβλία της ιστορίας της αστρονομίας, που έχουν μελετηθεί έως σήμερα, υποστηρίζουν ότι τα έργα του Πτολεμαίου ήταν άγνωστα σε ολόκληρο τον μεσαίωνα (κάτι που είναι ιστορικά εσφαλμένο) και ότι η θεωρία του Κοσμά ήταν η επικρατούσα άποψη έως και την ανακάλυψη της Αμερικής.

Όμως το κείμενο του Κοσμά γράφτηκε στα ελληνικά και έγινε γνωστό στον δυτικό κόσμο μόλις το 1706 και δημοσιεύτηκε στα αγγλικό το 1897 Κανείς μεσαιωνικός συγγραφέας δεν το γνώριζε.

Πώς μπορούμε να υποστηρίζουμε ότι ο μεσαίωνας θεωρούσε ότι  η Γη ήταν ένας επίπεδος δίσκος;

Στα χειρόγραφα του Ισίδωρου της Σεβίλλης, ο οποίος όμως μιλούσε για τον Ισημερινό, γίνεται λόγος για τον αποκαλούμενο "χάρτη σε σχήμα Τ", όπου το ανώτερο μέρος αντιπροσωπεύει την Ασία, ψηλά, επειδή η Ασία υπήρχε σύμφωνα με τον μύθο του επίγειου Παραδείσου, η οριζόντια δοκός αντιπροσωπεύει, από τη μια πλευρά τη Μαύρη θάλασσα και από την άλλη τον Νείλο, η κατακόρυφη τη Μεσόγειο θάλασσα, όπου το ένα τέταρτο του κύκλου στα αριστερά αντιπροσωπεύει την Ευρώπη και το άλλο στα δεξιά την Αφρική. Όλα αυτά περιβάλλονται από τον μεγάλο κύκλο του Ωκεανού.

Η εντύπωση ότι η γη θεωρείτο κύκλος υπάρχει ακόμα και στους χάρτες που εμφανίζονται σε πολλά μεσαιωνικά χειρόγραφα. Πώς είναι δυνατόν τα άτομα που θεωρούσαν ότι η Γη είναι σφαιρική, να έφτιαχναν χάρτες όπου φαινόταν επίπεδη;

Η πρώτη εξήγηση είναι ότι το κάνουμε και εμείς αυτό. Το να επικρίνουμε την έλλειψη των τριών διαστάσεων θα είναι σαν να επικρίνουμε την έλλειψη των τριών διαστάσεων σε έναν δικό μας σύγχρονο άτλαντα. Πρόκειται, επομένως, όπως και σήμερα, για μια συμβατική μορφή χαρτογραφικής προβολής. Αλλά θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και άλλα στοιχεία.

Το πρώτο μάς έρχεται από τον Αυγουστίνο, ο οποίος παρουσίασε τη διαμάχη που άνοιξε από τον Λακτάντιο για τον κόσμο με μορφή προσκυνηταρίου, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζει τις απόψεις των αρχαίων για τη σφαιρικότητα του κόσμου. Το συμπέρασμα του Αυγουστίνου είναι ότι δεν χρειάζεται να αφηνόμαστε να επηρεαστούμε από τις περιγραφές του Βιβλικού προσκυνηταρίου, επειδή γνωρίζουμε ότι η Ιερά Γραφή μιλά συχνά με μεταφορές και ίσως η Γη να είναι σφαιρική. Αλλά από τη στιγμή που η γνώση τού εάν είναι σφαιρική ή όχι δεν εξυπηρετεί στη σωτηρία της ψυχής, μπορούμε να αγνοήσουμε το ερώτημα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε μεσαιωνική αστρονομία. Μεταξύ 12ου και 13ου αιώνα μεταφράζεται η Αλμαγέστη του Πτολεμαίου και ακολούθως το Περί ουρανού. Ένα από τα μαθήματα που διδασκόταν στο quadrivio των μεσαιωνικών σχολών ήταν η αστρονομία, και τον 13° αιώνα, το έργο Περί σφαίρας του Ιωάννη του Σακρομπόσκο, το οποίο έθετε νέους υπολογισμούς στο έργο του Πτολεμαίου, θα αποτελέσει μια αδιαφιλονίκητη αρχή για τους επόμενους αιώνες.

Από τους αρχαίους χάρτες στους σύγχρονους

Όμως ο μεσαίωνας ήταν εποχή μεγάλων ταξιδιών - με δρόμους κατεστραμμένους, με δάση να διασχίσεις, με μεγάλα τμήματα θάλασσας να διαπλεύσεις εμπιστευόμενος κάποιον λαθρέμπορο της εποχής, επειδή δεν υπήρχε πιθανότητα να ιχνογραφήσεις έναν επαρκή χάρτη.

Γι' αυτό οι χάρτες ήταν καθαρά ενδεικτικοί, όπως ο Οδηγός προς προσκυνητές του Σαντιάγο ντι Κομποστέλα, που έγραφε σχετικά:

«Εάν θέλετε να πάτε από τη Ρώμη στην Ιερουσαλήμ, συνεχίστε προς νότο και ρωτήστε για τον δρόμο»,

θα ψάξουμε τώρα στους σιδηροδρομικούς χάρτες, που βρίσκουμε στα παλιά σιδηροδρομικά δρομολόγια. Κανείς από αυτή τη σειρά σταθμών δεν ξεκαθαρίζει εάν  θα πρέπει να πάρεις ένα τρένα από το Μιλάνο προς το Λιβόρνο και, γνωρίζοντας ότι πρόκειται να περάσεις, από τη Γένοβα, να συμπεράνεις το ακριβές σχήμα της Ιταλίας. Το ακριβές σχήμα της Ιταλίας δεν ενδιαφέρει αυτόν που θα πάει στον σταθμό.

Οι Ρωμαίοι είχαν σχεδιάσει μια σειρά δρόμων που ένωναν την κάθε πόλη του τότε γνωστού κόσμου. Όμως αυτοί οι δρόμοι ένωναν απλουστευτικά, σύμφωνα με τη μαρτυρία του χάρτη που ονομάζεται Peuntigeriana, από το όνομα του Peutinger, δηλαδή του ανθρώπου που τον αναπαρήγαγε τον 15° αιώνα.

Αναπαράχθηκε σε ένα στενό, μακρύ ρολό, με το ανώτερο μέρος του να αντιπροσωπεύει την Ευρώπη και το κατώτερο την Αφρική, αλλά στην ουσία πρόκειται για έναν χάρτη σιδηροδρομικό: μπορείς να διαπιστώσεις από πού ξεκινούν και πού φτάνουν οι δρόμοι, αλλά δεν μπορείς να μαντέψεις καθόλου το σχήμα της Ευρώπης, ούτε εκείνο της Μεσογείου, ούτε και της Αφρικής.

Και ασφαλώς, οι Ρωμαίοι θα πρέπει να είχαν πολύ πιο ακριβείς γεωγραφικές έννοιες, επειδή περιέπλεαν τη Μεσόγειο κατά μήκος και κατά πλάτος, όμως κατά την αποτύπωση αυτού του χάρτη οι χαρτογράφοι δεν ενδιαφέρονταν για την απόσταση ανάμεσα στη Μασσαλία και την Καρχηδόνα, αν και είναι γνωστή η πληροφορία ότι υπήρχε ένας δρόμος που ένωνε τη Μασσαλία με τη Γένοβα.

Κατά τα λοιπά, τα μεσαιωνικά ταξίδια ήταν φανταστικά. Ο μεσαίωνας παρήγαγε εγκυκλοπαίδειες, που ονομάζονταν Φανταστικοί Κόσμοι, οι οποίοι κυρίως ήθελαν να ικανοποιήσουν τις προτιμήσεις του θαυμαστού, μιλώντας για χώρες μακρινές και δυσπρόσιτες. Ένας χάρτης δεν είχε σκοπό να αναπαραστήσει το σχήμα της Γης, αλλά να καταγράψει τις πόλεις και τους λαούς που θα μπορούσε κανείς να συναντήσει.

Επιπλέον, η συμβολική αναπαράσταση μετρούσε περισσότερο από την εμπειρική αναπαράσταση και, κατά συνέπεια, στους διάφορους μεσαιωνικούς χάρτες αυτό που απασχολούσε τον μικρογράφο ήταν να αναπαραστήσει την Ιερουσαλήμ στο κέντρο της γης και όχι πώς θα έφτανε κάποιος στην Ιερουσαλήμ.

Και μία τελευταία σκέψη: Οι μεσαιωνικοί χάρτες δεν είχαν επιστημονική λειτουργικότητα, αλλά ανταποκρίνονταν στην παραμυθητική απαίτηση του κοινού, σαν να λέμε, κατά τον ίδιο τρόπο που σήμερα στα περιοδικά παρουσιάζεται η ύπαρξη ιπτάμενων δίσκων και στην τηλεόραση ιστορείται ότι οι πυραμίδες κατασκευάστηκαν από κάποιον εξωγήινο πολιτισμό.

Από την άλλη, η ιστορία της αστρονομίας είναι παράξενη. Ένας μεγάλος υλιστής, όπως ο Επίκουρος, καλλιέργησε την ιδέα που επικρατούσε επί μακράν, η οποία συζητήθηκε ακόμα και από τον Γκασσεντί, τον 17° αιώνα, και σε κάθε περίπτωση μαρτυρείται από το Περί της φύσεως των πραγμάτων του Λουκρήτιου: ο Ήλιος, η Σελήνη και τα άστρα δεν μπορούν να είναι ούτε πιο μεγάλα ούτε πιο μικρά απ' όσο ταιριάζει στις αισθήσεις μας. Εξ ου και ο Επίκουρος έκρινε ότι ο Ήλιος είχε διάμετρο ίση με τριάντα εκατοστά.

Οι Αντίποδες

Το πλανητικό σύστημα και η Γη στην αρχαιότητα

Οι Πυθαγόρειοι είχαν επεξεργαστεί ένα ολοκληρωμένο πλανητικό σύστημα, στο οποίο η Γη δεν βρισκόταν καθόλου στο κέντρο του σύμπαντος. Βρισκόταν στην περιφέρεια όπως και ο Ήλιος, και όλες οι σφαίρες των πλανητών περιστρέφονταν γύρω από μια κεντρική φωτιά. Μεταξύ άλλων, κάθε σφαίρα περιστρεφόμενη παρήγαγε έναν ήχο μουσικής γκάμας και για να θεμελιωθεί μια ακριβής αντιστοιχία ανάμεσα στα ηχητικά και τα αστρονομικά φαινόμενα, εισήχθη ακόμα και ένας ανύπαρκτος πλανήτης, η Αντιγή. Αόρατος από το δικό μας ημισφαίριο, μπορούσε να γίνει ορατός μόνο από τους Αντίποδες.

Στον Φαίδωνα του Πλάτωνα, υποστηρίζεται ότι η Γη είναι πολύ μεγάλη και εμείς ασχολούμαστε μόνο με ένα μικρό μέρος της, γι' αυτό άλλοι λαοί μπορεί να ζουν σε άλλα μέρη της επιφάνειάς της. Η ιδέα επανεξετάστηκε, τον 2° αι. μ.Χ., από τον μορφωμένο Έλληνα γεωγράφο Κράτη Μαλλώτη, σύμφωνα με τον οποίο υπήρχαν δύο κατοικημένες γαίες στο Βόρειο ημισφαίριο και δύο στο νότιο, χωρισμένες από τα ωκεάνια κανάλια και τοποθετημένες σταυροειδώς.

Ο Κράτης υπέθετε ότι οι νότιες ήπειροι κατοικούνταν, αλλά ήταν δυσπρόσιτες για εμάς. Τον 1° αι. μ.Χ., ο Ρωμαίος γεωγράφος Πομπόνιος Μέλας διακινδύνευσε να πει ότι το νησί Ταπροβάνη (αντίστοιχο στην τότε Κεϋλάνη ,σημερινή ΣριΛάνκα) αντιπροσώπευε ένα είδος ακρωτηρίου της άγνωστης , νότιας Γης. Υπαινιγμοί για την ύπαρξη των Αντιπόδων υπάρχουν στις Γεωργικές Του Βιργίλιου, στη Φαρσάλω του Λουκανού, την Αστρονομική του Μανίλιου και τη Φυσική Ιστορία Του Πλίνιου.

Μία ήπειρος με το κεφάλι προς τα κάτω

Μιλώντας γι' αυτή τη γη, γεννήθηκε προφανώς το πρόβλημα του πώς αυτοί οι κάτοικοι θα μπορούσαν να ζουν με το κεφάλι προς τα κάτω και με τα πόδια προς τα πάνω, χωρίς να πέφτουν στο κενό. Και στην υπόθεση αυτή, αντιτίθεται ήδη ο Λουκρήτιος.

Προφανώς, οι πιο αποφασισμένοι αντίπαλοι των Αντιπόδων ήταν εκείνοι που αρνούνταν τη σφαιρικότητα της Γης, όπως, για παράδειγμα, ο Λακτάντιος. Αλλά και ένας στοχαστής του κύρους του Αυγουστίνου δεν μπορούσε να δεχτεί την ιδέα ανθρώπων με το κεφάλι προς τα κάτω· για τον πρόσθετο λόγο ότι, υποθέτοντας την ύπαρξη ανθρώπινων όντων στους Αντίποδες, θα ήταν υποχρεωμένος να σκεφτεί πλάσματα που δεν είχαν προέλθει από τον Αδάμ και, επομένως, δεν τα άγγιζε η λύτρωση.

Η δυσπιστία για τους Αντίποδες, μάλλον επειδή δεν μπορούσαν να εξηγήσουν την οικουμενικότητα της λύτρωσης, προχώρησε πολύ μακριά. Ακόμα και στον 12° αιώνα, ο Μανεγόλδος του Λάουτενμπαχ αντιστάθηκε βίαια στην ύπαρξη των Αντιπόδων. Ωστόσο, γενικά ο μεσαίωνας δέχτηκε αυτή την ιδέα από τον Γουίλιαμ της Κονσέ (12ος αι.) και τον Αλβέρτο τον Μέγα (13οςαι.), από τον Πέτρο Άμπανο έως, αν και με κάποιους ενδοιασμούς, τον Πιέρ ντ’ Αϊγί, ο οποίος, στο έργο του Εικόνες του κόσμου θα εμπνεύσει το ταξίδι του Χριστόφορου Κολόμβου.

Ωστόσο, συνέχισε να υπάρχει μία άλλη πτυχή του θρύλου με αρχαία προέλευση, του οποίου βρίσκουμε μαρτυρίες, μεταξύ πολλών άλλων, στον Ισίδωρο της Σεβίλλης: οι Αντίποδες, ακόμα και αν δεν φιλοξενούν ανθρώπινα όντα, είναι σε κάθε περίπτωση η γη των τεράτων. Ακόμα και μετά τον μεσαίωνα, οι θαλασσοπόροι πάντα θα ισχυρίζονται ότι βρίσκουν στα ταξίδια τους όντα τρομερά και παραμορφωμένα ή, μάλλον, καλοπροαίρετα αλλά παράξενα.

Η ιστορία της φιλοσοφίας - Umberto Eco, Riccardo Fedriga

Πηγή: antikleidi.com

Κατηγορίες:
Φυσική & Φιλοσοφία

O Τόμας Χομπς, ο χρόνος και η σκέψη των ανθρώπων

| 0 ΣΧΟΛΙΑ

Τόμας Χομπς / Φιλόσοφος – αποδίδεται στον David Beck

 

Ο Άγγλος φιλόσοφος Τόμας Χομπς (Thomas Hobbes, 5 Απριλίου 1588 – 4 Δεκεμβρίου 1679) ήταν ένας από τους πρώτους διανοητές-θεμελιωτές του σύγχρονου κράτους και ιδρυτής της πολιτικής φιλοσοφίας.

Η ζωή του

Ο Τόμας Χομπς γεννήθηκε στο Μαλμέσμπουρυ της Αγγλίας. Σπούδασε στην Οξφόρδη λογική και αριστοτελική φιλοσοφία. Το 1608 προσελήφθη από τον σερ Γουόλτερ Κέιθεντις ως δάσκαλος του γιου του. Στη θέση αυτή υπηρέτησε επί είκοσι χρόνια και αργότερα υπήρξε δάσκαλος και του γιου του μαθητή του.

Ταξίδεψε στη Γαλλία και την Ιταλία, όπου γνώρισε τον Γαλιλαίο, και έμαθε τις αντίστοιχες γλώσσες, καθώς και ελληνικά και λατινικά. Μετέφρασε και εξέδωσε τον Θουκυδίδη [1628], για να «μάθουν οι συμπατριώτες του τις ακρότητες της αθηναϊκής δημοκρατίας».

Επανήλθε στη Γαλλία [1631-1637], όπου μελέτησε φυσικές επιστήμες. Στη Γαλλία κατέφυγε και κατά τον αγγλικό εμφύλιο πόλεμο [1662-1653], Το 1667-1668 υπήρξε δάσκαλος του εξόριστου διαδόχου του θρόνου Καρόλου. Το 1653 επέστρεψε στην Αγγλία και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην κατοικία των Κέιθεντις, υπό την προστασία του Καρόλου που ήταν πλέον Βασιλέας.

Τα θεωρούμενα ως σημαντικότερα έργα του Χομπς είναι τα εξής:

«Human nature» («Ανθρώπινη φύση»), «Elements of Law. Moral and Politik» («Στοιχεία του νόμου, της ηθικής και πολιτικής» – λατινικός τίτλος «De Corpore Politico») και «De Cive» («Περί του πολίτη»),Έγραψε επίσης πολλές πραγματείες σχετικές με τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες.

Αλλά το έργο που τον έκανε διάσημο και ταυτοχρόνως προκάλεσε μεγάλη κατακραυγή εναντίον του ήταν ο «Λεβιάθαν» [1651], φιλομοναρχικό κείμενο πολιτικής φιλοσοφίας με το οποίο διατυπώθηκε η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου. 0 νόμος είναι η εφαρμογή της σύμβασης μεταξύ των ανθρώπων, οι οποίοι πριν τη δημιουργία του κράτους -που ιδρύθηκε κατά σύμβαση για να παρέχει προστασία- ζούσαν κατασπαράζοντας ο ένας τον άλλον, σε μία κατάσταση πολέμου όλων εναντίον όλων.

Το έργο δυσαρέστησε τόσο τους μοναρχικούς όσο και τους ρεπουμπλικάνους. και θα τον είχε οδηγήσει στη φυλακή, αν δεν διέθετε την προστασία του βασιλέα. Οπωσδήποτε, δεν μπόρεσε να εκδώσει άλλη φιλοσοφική μελέτη στην Αγγλία

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του συγκέντρωσε τα έργα του στο «De Corpora».

 

Η διδασκαλία του

Ο Χομπς κινήθηκε στο πνεύμα του Μπέικον και απέρριψε την ύπαρξη οποιουδήποτε πνευματικού ή άυλου στοιχείου πέραν των υλικών σωμάτων, θεώρησε τις έννοιες ως αντανακλάσεις της πραγματικότητας στη συνείδηση ίων ανθρώπων. Για το λόγο αυτόν αντιμετώπισε και το χώρο ως φανταστική παράσταση που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Επίσης πίστευε ότι ο χρόνος δεν υπάρχει στα υλικά σώματα, αλλά στη σκέψη των ανθρώπων. Όλες οι λέξεις που εκφράζουν το άυλο και το αόριστο δεν έχουν νόημα για το ανθρώπινο μυαλό, διότι δεν αντιστοιχούν σε κάτι που να δέχονται οι αισθήσεις, θα έπρεπε να εξαλειφθούν από τη φιλοσοφία, διότι είναι μάταια φαντάσματα.

Επίσης, ο Χομπς υποστήριξε ότι δεν υπάρχει άλλο κίνητρο της βούλησης εκτός από τις αισθήσεις της ικανοποίησης και του πόνου, ενώ κίνητρο της ηθικής συμπεριφοράς των ανθρώπων είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης -άρα ό,τι πράττει κανείς για να διατηρηθεί στη ζωή είναι θεμιτό.

Η βασική αρχή του είναι ότι δεν υπάρχει σκέψη που να μην έχει γεννηθεί από τις αισθήσεις, οι οποίες αποτελούν την αφετηρία της γνώσης. Η λογική αναζητεί το σύνολο προσθέτοντας τα τμήματα που το απαρτίζουν ή οδηγείται στο μέρος αφαιρώντας από το σύνολο τα υπόλοιπα. Από το σημείο αυτό προκύπτει ότι η μετάβαση από το γενικό στο μερικό και το αντίστροφο είναι απλώς μορφές εξίσωσης. Γ αυτό και όλες οι ανθρώπινες αντιλήψεις θα έπρεπε να εκφράζονται με μαθηματική μορφή. Οτιδήποτε δεν μπορεί να εκφραστεί κατά τον τρόπο αυτό δεν είναι κατανοήσιμο από τη διάνοιά μας.

Μια γεύση

«Όταν ένα πράγμα στέκει ακίνητο, θα παραμείνει ακίνητο στο διηνεκές εκτός αν κάποιο άλλο το θέσει σε κίνηση. Αυτό είναι αλήθεια που κανείς δεν αμφισβητεί. Αλλά αν ένα σώμα κινείται, θα κινείται στο διηνεκές, εκτός αν κάποιο άλλο το σταματήσει. Αυτό, αν και η αιτία είναι η ίδια (δηλαδή ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει από μόνο του), δεν γίνεται παραδεκτό με την ίδια ευκολία. Αυτό συμβαίνει διότι οι άνθρωποι κρίνουν εξ ιδίων όχι μόνο τους άλλους ανθρώπους, αλλά και όλα τα πράγματα. Και επειδή μετά την κίνηση αισθάνονται καταπονημένοι και εξαντλημένοι, πιστεύουν ότι κάθε άλλο πράγμα κουράζεται από την κίνηση και αναζητεί αυτοβούλως την ανάπαυση. Λίγο τους απασχολεί μήπως υπάρχει κάποιο είδος κίνησης η οποία δεν προκαλεί την επιθυμία της ανάπαυσης που βρίσκουν στον εαυτό τους. Γι’ αυτό λένε οι Σχολαστικοί ότι τα Βαριά σώματα πέφτουν προς τα κάτω από διάθεση ακινησίας και για να διατηρήσουν τη φύση τους στην πλέον αρμόζουσα γι’ αυτά στάση. Έτσι παραλόγως αποδίδουν στα άψυχα πράγματα ορέξεις και γνώσεις για το τι είναι καλό για τη συντήρησή τους (κάτι παραπάνω από αυτό που διαθέτει ο άνθρωπος)».

[Από τον «Λεβιάθαν»]

Συλλογικό –  70 φιλόσοφοι

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Κατηγορίες:
Φυσική & Φιλοσοφία

Πως τα μαθηματικά και η φιλοσοφία διατηρούν μια ιδιαίτερη ερωτική σχέση

| 0 ΣΧΟΛΙΑ
 

 

Αδιαμφισβήτητα, μαθηματικά και φιλοσοφία είναι δυο διαφορετικές επιστήμες. Ειδικότερα στην εποχή μας, όπου κάθε επιστήμη εμβαθύνει όσο το δυνατόν παραπάνω στην εξειδίκευση, όπου κάθε σχολή έχει τη τάση να διαφοροποιείται από τις διπλανές της, η βαθιά και σημαντική σχέση που διατηρούσαν οι θεωρητικές και οι θετικές επιστήμες έχει αποδυναμωθεί εμφανώς.

Προφανώς και οι ανάγκες που έχουν δημιουργηθεί στη σημερινή εποχή, ως ένα σημείο «εμποδίζουν» τη συστηματική ενασχόληση με θεματικούς κύκλους που ξεφεύγουν από το καθαρό γνωστικό αντικείμενο κάθε επιστήμονα. Η τεχνολογική ανάπτυξη σίγουρα έχει «βοηθήσει» στο διαχωρισμό κάθε επιστήμης. Η πλήρης αφοσίωση κάθε επιστήμονα στα… γνωστά μονοπάτια του αντικειμένου του όμως ήδη εμφανίσει αρνητικά στοιχεία.

Οταν ο Πλάτωνας δημιουργούσε τη φημισμένη σχολή του το 387 π.Χ, φρόντισε με μια επιγραφή σε κεντρικό κτίριο να περάσει ένα σημαντικότατο μήνυμα. Το ρητό «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω μου την στέγην» εξηγούσε ακριβώς τη στάση που κρατούσε ο αρχαίος φιλόσοφος απέναντι στα μαθηματικά, την επιστήμη που πλέον κανένας θεωρητικός επιστήμονας δεν… παίρνει στα σοβαρά.

Σε όλες τις εποχές της κουλτούρας και της μάθησης υπήρξαν φιλόσοφοι-μαθηματικοί και μαθηματικοί–φιλόσοφοι. Ο γνωστός μαθηματικος Μπερνάντ Μπολζάνο, το 19ο αιώνα είχε δηλώσει πως: «Ενας αδύνατος μαθηματικός δεν θα γίνει ποτέ δυνατός φιλόσοφος.» Η σχέση που συνδέει μαθηματικά και φιλοσοφία, αλλά και γενικότερα θεωρητικές και θετικές επιστήμες, είναι τόσο δυνατή που δεν μπορεί να περνά ανυπολόγιστη από όσους επιστήμονες θέλουν να διακριθούν.

Ο βασικός συνδετικός κρίκος μεταξύ των δυο επιστήμων είναι η έννοια της λογικής, Οποιος έχει εμβαθύνει έστω και λίγο σε κάποια θεωρητική ή θετική επιστήμη, γνωρίζει τη βασική τους λογική. Είτε μαθηματικά είτε φιλοσοφία όμως, ο τρόπος σκέψης είναι κατά βάση ίδιος. Η λογική της απόδειξης, της πλήρους τεκμηρίωσης κάθε δεδομένου που προκύπτει, είναι κοινή και για τις δύο επιστήμες. Τα λογικά βήματα που ακολουθούνται, είναι σε μεγάλο βαθμό κοινά.

Φιλοσοφία και μαθηματικά είναι δυο επιστήμες που αναπτύσσονται ταυτόχρονα. Το εντυπωσιακό χαρακτηριστικό τους όμως είναι πως και όσο διαφορετικά και να δείχνουν, αλληλοστηρίζονται ώστε να αναπτυχθούν. Το πρακτικό στοιχείο των μαθηματικών βοηθά την εξέλιξη της φιλοσοφίας και αντίστοιχα το θεωρητικό κομμάτι της φιλοσοφίας αποτελεί πηγή έμπνευσης νεοφώτιστων μαθηματικών. Εχοντας κοινή λογική, εφαρμόζοντας τους ίδιους νοηματικούς κανόνες, οι δύο επιστήμες συμπλέουν αρμονικά.

Αλλωστε, κάθε μαθηματική ανακάλυψη αποτελεί αντικείμενο φιλοσοφικών αναζητήσεων. Κάθε μαθηματικό μοντέλο χρειάζεται τη συμβολή της φιλοσοφίας ώστε να αναδειχθεί και να μετατραπεί σε πρακτική εφαρμογή μέσα στη κοινωνία. Με την ίδια λογική, κάθε φιλοσοφική ρήση αποτελεί πηγή ιδεών για τους θετικούς επιστήμονες, δίνοντας τους την ευκαιρία να ανακαλύψουν νέες πτυχές του αντικειμένου τους,

Λαμβάνοντας υπόψιν τα σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά δύο τόσο… διαφορετικών επιστημών, είναι απορίας άξιο πως μαθηματικά και φιλοσοφία έχουν καταλήξει να είναι δυο εκ διαμέτρου αντίθετα γνωστικά αντικείμενα. Με βάση την… ερωτική σχέση που διατηρούν εδώ και τόσους αιώνες, θα έπρεπε κάθε φιλόσοφος και κάθε μαθηματικός να «αγαπούν» εξίσου και τις δύο επιστήμες. Ισως αυτό αποτελέσει μια λύση στη μονοδιάστατη λογική που τείνει να αφομοιώσει η σημερινή κοινωνία.

_______________________

   Πηγή: iefimerida.gr

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Κατηγορίες:
Νέα

Μπ. Ράσελ – Η ενάρετη ζωή

| 0 ΣΧΟΛΙΑ

13267865_1106998269358767_3833877946513099778_n

Σε διάφορες εποχές και σε διάφορους ανθρώπους υπήρχαν διαφορετικές αντιλήψεις για το τι είναι ή καλή, ή ενάρετη ζωή. Οι διαφορές, ως ένα σημείο, μπορούν να συζητηθούν. Αυτό συνέβαινε όταν οι άνθρωποι διαφωνούσαν ως προς τα μέσα για να πετύχουν έναν δοσμένο σκοπό. Μερικοί πιστεύουν πώς η φυλακή είναι ιδεώδης τρόπος για πρόληψη του εγκλήματος. Άλλοι υποστηρίζουν πώς η εκπαίδευση είναι καλύτερος τρόπος. Τέτοιου είδους διαφορές μπορούν να κριθούν με αρκετές αποδείξεις.

Μερικές όμως διαφορές δεν είναι δυνατό να αρθούν μέ τον τρόπο αυτό. Ο Τολστόι καταδίκαζε κάθε πόλεμο. Άλλοι θεωρούσαν πώς η ζωή τού στρατιώτη που μάχεται για το δίκιο είναι πολύ ευγενική. Εδώ υπάρχει, κατά πάσα πιθανότητα, μια πραγματική διαφορά όσον αφορά το σκοπό. Εκείνοι πού εξυμνούν τον στρατιώτη, πιστεύουν συνήθως πώς η τιμωρία του αμαρτωλού είναι καλή, αυτή καθ’ εαυτή. Ο Τολστόι ωστόσο δεν σκεφτότανε έτσι. Πάνω σέ τέτοια ζητήματα, καμιά συζήτηση δεν χωράει. Συνεπώς, δεν μπορώ να αποδείξω πώς οι απόψεις μου για μια καλή ζωή είναι σωστές. Μπορώ μόνο να τις αναπτύξω, με την ελπίδα πώς, όσο το δυνατό περισσότεροι, θα συμφωνήσουν μαζί μου. Η άποψη μου είναι η έξης:

Καλή ζωή είναι εκείνη που εμπνέεται από την αγάπη και καθοδηγείται από τη γνώση.

Η γνώση και η αγάπη μπορούνε κι οι δύο να ακοντίσουν στο άπειρο. Συνεπώς, όσο καλή κι αν είναι μιά ζωή, μπορούμε να φαντασθούμε μιά καλύτερη. Όμως, ούτε αγάπη χωρίς γνώση, ούτε γνώση χωρίς αγάπη μπορούν να δημιουργήσουν μιά καλή ζωή. Τον μεσαίωνα, όταν εμφανιζόταν μιά επιδημία σέ μιά χώρα, οι ευσεβείς συνιστούσαν στον κόσμο να μαζεύεται μέσα στις εκκλησιές και να προσεύχεται να σωθεί. το αποτέλεσμα ήταν πώς η μόλυνση ξαπλωνότανε μέ τεράστια βήματα ανάμεσα στά συνωστισμένα πλήθη των πιστών. Αυτό είναι ένα παράδειγμα αγάπης χωρίς γνώση. Ό τελευταίος πόλεμος μας προσφέρει ένα παράδειγμα γνώσεως χωρίς αγάπη. Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα ήταν μαζικός θάνατος.

Αν και η αγάπη κι’ η γνώση είναι και οι δύο απαραίτητες, η αγάπη ωστόσο είναι, κατά κάποιαν έννοια, πιο βασική, γιατί οδηγεί τούς συνετούς να αναζητήσουν τή γνώση, γιά να βρουν έτσι τον τρόπο να ωφελήσουν όσους Αγαπούν. Αν όμως οι άνθρωποι δεν είναι έξυπνοι, θα αρκούντο στο να πιστεύουν αυτά πού τούς λένε οι άλλοι και μπορεί έτσι να βλάψουν παρ’ όλη τους τήν καλή θέληση. Η ιατρική μας προσφέρει ίσως το πιο καλό παράδειγμα για τούτο πού λέω. Ένας ικανός γιατρός είναι πιο ωφέλιμος στον άρρωστο από τον πιο αφοσιωμένο του φίλο, και η πρόοδος στις ιατρικές γνώσεις κάνει- περισσότερα για την υγεία της κοινότητας από όσα η κακώς πληροφορημένη φιλανθρωπία. Παρ’ όλα αυτά, το στοιχείο της καλής θέλησης είναι βασικό εδώ, Αν βέβαια πρόκειται να ωφεληθούν Από τις επιστημονικές Ανακαλύψεις όχι μόνο οι πλούσιοι.

handsurrealΗ αγάπη. είναι μια λέξη πού περιλαμβάνει διάφορα συναισθήματα. Τήν έχω χρησιμοποιήσει εδώ ξεπίτηδες, γιατί θέλω να τα συμπεριλάβω όλα αυτά. Η αγάπη σαν συγκίνηση — και γι’ αυτήν μιλάω, γιατί η «αγάπη γιά λόγους αρχής» δεν μου φαίνεται αληθινή -  κινείται ανάμεσα σέ δύο πόλους: Απ’ τη μια μεριά, από την καθαρή ηδονή της ενατένισης, κι από την άλλη, από τήν καθαρή αγαθή πρόθεση. Όταν πρόκειται γιά άψυχα αντικείμενα, τήν απαρτίζει μονάχα η ηδονή. δεν μπορούμε να νοιώσουμε αγαθή πρόθεση αντίκρυ σ’ ένα τοπίο ή σε μια σονάτα. Αύτη η πηγή ηδονής είναι, κατά πάσα πιθανότητα, η πηγή της τέχνης. Είναι ισχυρότερη, κατά κανόνα, στά μικρά παιδιά παρά ατούς μεγάλους, πού τείνουν να βλέπουν τα αντικείμενα από τή σκοπιά της χρησιμότητας. Παίζει μεγάλο ρόλο και στα αισθήματα μας αντίκρυ σέ ανθρώπους, μερικοί από τούς όποιους ασκούν γοητεία, ενώ άλλοι, το αντίθετο, όταν τούς αντικρίζουμε απλώς σαν αντικείμενα αισθητικής ενατένισης.

Ο αντίθετος πόλος της αγάπης είναι η καλή προαίρεση. Άνθρωποι έχουν θυσιάσει τή ζωή τους γιά να βοηθήσουν λεπρούς. Στήν περίπτωση αύτη, η αγάπη τους δεν περιείχε κανένα στοιχείο ηδονής.· Η στοργή τών γονέων για τα παιδιά τους, κατά κανόνα, συνοδεύεται από τή χαρά πού νοιώθουν γιά τήν εμφάνιση του παιδιού, όμως παραμένει ισχυρή και όταν το στοιχείο αυτό λείπει ολότελα. Φαίνεται παράξενο το να αποκαλεί κανένας το ενδιαφέρον της μητέρας για το άρρωστο παιδί της "καλή προαίρεση", και τούτο, γιατί συνηθίσαμε μέ τα λόγια αυτά να περιγράφουμε τις ωχρές εκείνες συγκινήσεις πού είναι κατά τα εννέα δέκατα πλαστές. Είναι ωστόσο δύσκολο να βρει κανένας άλλες λέξεις για να περιγράφει τήν επιθυμία ενός ανθρώπου για τήν ευημερία ενός άλλου. Είναι γεγονός πώς μια τέτοια επιθυμία μπορεί να γίνει πάρα πολύ έντονη στήν περίπτωση της μητρικής στοργής. Στις άλλες όμως περιπτώσεις είναι πολύ ασθενέστερη.

Θα ήταν μάλιστα σωστό να πούμε ότι, κατά πάσα πιθανότητα, όλες οι αλτρουιστικές συγκινήσεις δεν είναι παρά το ξεχείλισμα της στοργής των γονέων για τα παιδιά τους, ή μιά εξιδανίκευση της στοργής αυτής. Μη βρίσκοντας καλύτερη έκφραση, Θα ονομάζω τή συγκίνηση αύτη «καλή προαίρεση». 'Ωστόσο τονίζω πώς μ’ αυτό εννοώ μια συγκίνηση, όχι μιαν αρχή, και πώς δεν συμπεριλαμβάνω σ’ αυτήν κανένα συναίσθημα ανωτερότητας, πού μερικές φορές υπονοείται μ’ αυτό. Η λέξη «συμπάθεια» εκφράζει ένα μέρος απ’ αυτό πού θέλω να πω, αφήνει όμως απ’ έξω το στοιχείο της δραστηριότητας πού θέλω να συμπεριλάβω.

Η αγάπη στήν ολοκλήρωσή της είναι ένα αδιάσπαστο κράμα των δύο στοιχείων: της απόλαυσης και της καλής προαίρεσης. Η ευχαρίστηση πού νοιώθουν οι γονείς βλέποντας τήν ομορφιά και τις επιτυχίες των παιδιών τους, περιλαμβάνει και τα δύο τούτα στοιχεία, το ίδιο συμβαίνει και στο σεξουαλικό έρωτα στήν καλύτερη εκδήλωσή του. Στο σεξουαλικό όμως έρωτα, η καλή προαίρεση υπάρχει μονάχα όταν υπάρχει σίγουρη κατοχή. Αλλιώς, η ζήλεια τήν καταστρέφει, αν και ίσως μεγαλώνει ακόμα πιο πολύ τήν απόλαυση της ενατένισης.

Η απόλαυση, χωρίς καλή προαίρεση, μπορεί να γίνει απάνθρωπη, ενώ η καλή προαίρεση χωρίς απόλαυση τείνει να γίνει ψυχρή και ν’ αποκτήσει κάποιαν απόχρωση ανωτερότητας.

Ένα άτομο πού θέλει να το αγαπούν, θέλει να γίνει αντικείμενο αγάπης πού να περιέχει και τα δύο στοιχεία, έκτος από τις περιπτώσεις της έσχατης αδυναμίας, όπως στά πολύ μικρά παιδιά και στους αρρώστους. Στις περιπτώσεις αυτές, η καλή προαίρεση είναι το μόνο πού επιθυμούμε.

Αντίστροφα, σε περιπτώσεις εξαιρετικής δύναμης, ο θαυμασμός είναι ότι κυρίως επιδιώκουμε: αυτή είναι η ψυχική κατάσταση των ηγεμόνων και των διάσημων καλλονών. Επιθυμούμε την καλή προαίρεση των άλλων μονάχα σα νοιώθουμε την ανάγκη βοήθειας, η όταν κινδυνεύουμε απ’ αυτούς. Αυτό τουλάχιστον φαίνεται λογικότερο, αν και δεν είναι πάντοτε ότι ακριβώς γίνεται στη ζωή.

Ποθούμε τη στοργή, για να ξεφύγουμε από το αίσθημα της μοναξιάς, για να μας «καταλάβουν», όπως λέμε. Αυτό είναι ζήτημα συμπάθειας και όχι μονάχα καλής προαίρεσης. Το άτομο πού μας ικανοποιεί η στοργή του, πρέπει όχι μόνο να εύχεται το καλό μας, αλλά και να ξέρει ακόμα σέ τί έγκειται η ευτυχία μας. Αυτό όμως αναφέρεται στο άλλο στοιχείο της καλής ζωής, δηλαδή στη γνώση.

Bertrand-Russell-2Μπ. Ράσελ - Μετά τη γνώση 

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Κατηγορίες:
Νέα

Διεκδικητικότητα: πόσο απαραίτητη είναι στη ζωή μας;

| 0 ΣΧΟΛΙΑ

Assertiveness

Η διεκδικητικότητα είναι μια εναλλακτική πρόταση ανάμεσα στην αδυναμία και τη χειραγώγηση. Πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι δεν έχουν το δικαίωμα να είναι διεκδικητικοί και συχνά βάζουν εμπόδια στον εαυτό τους, καθώς υποχωρούν ή παραιτούνται εύκολα.

Ακόμη, πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ιδιαίτερο άγχος ή φόβο όταν είναι διεκδικητικοί, πιστεύοντας πως δεν θα έπρεπε να απαιτούν πράγματα ή να επιβάλλουν την άποψή τους, ενώ αρκετοί δεν έχουν τις απαιτούμενες ικανότητες για να εκφράσουν αποτελεσματικά τον εαυτό τους και τις ανάγκες τους.

Η διεκδικητική συμπεριφορά είναι απαραίτητο στοιχείο των διαπροσωπικών σχέσεων, καθώς προάγει την ισοτιμία στις ανθρώπινες σχέσεις, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντά μας, να υπερασπιζόμαστε τους εαυτούς μας χωρίς υπερβολικό άγχος, να εκφράζουμε ειλικρινή συναισθήματα άνετα και να ασκούμε τα προσωπικά μας δικαιώματα χωρίς να αρνούμαστε τα δικαιώματα των άλλων. Διεκδικώ κάτι δεν σημαίνει πως καταπατώ τα δικαιώματα ή την προσωπικότητα του άλλου, ούτε ότι αγνοώ τις ανάγκες του άλλου ανθρώπου.

Ένα άτομο που συνήθως δε διεκδικεί σκέφτεται πιθανότητα πώς θα έπρεπε να αντιδράσει αφού έχει περάσει η στιγμή που του δόθηκε η ευκαιρία να απαντήσει. Αντίθετα, ένα άτομο που αντιδρά συνήθως επιθετικά γίνεται πιο υπερβολικό στις αντιδράσεις του και η αντίδρασή του μπορεί να αφήσει μια βαθιά αρνητική εντύπωση, για την οποία το άτομο αυτό συνήθως μετανιώνει στη συνέχεια. Όταν έχουμε αναπτύξει ένα ρεπερτόριο περισσότερο προσαρμοστικών διεκδικητικών συμπεριφορών, μπορούμε να επιλέξουμε εκείνες τις αντιδράσεις που μοιάζουν περισσότερο κατάλληλες για την περίσταση και οι οποίες θα μας δώσουν τη μεγαλύτερη ικανοποίηση. Από τη στιγμή που θα μάθουμε να αντιδρούμε με διεκδικητικό τρόπο μειώνουμε το άγχος που νιώθουμε όταν ερχόμαστε σε επαφή με τους άλλους.

Assertiveness-boundaries

Σύμφωνα με τους Αλμπέρτι και Έμμονς (2011), βασικά χαρακτηριστικά της διεκδικητικής συμπεριφοράς είναι τα εξής:

Προαγωγή της ισοτιμίας στις ανθρώπινες σχέσεις: σημαίνει να τοποθετηθούν και τα δύο μέρη μιας σχέσης στο ίδιο βάθρο, αποκατάσταση της ισορροπίας των δυνάμεων με την απόδοση σ’ εκείνον που αισθάνεται ή είναι από κάτω της προσωπικής του αξίας, όλοι μπορούν να έχουν τη δυνατότητα να κερδίσουν χωρίς να χάσουν.

Υπεράσπιση των συμφερόντων μας: αναφέρεται στο να έχει κανείς την ικανότητα να αποφασίζει για την καριέρα του, τις σχέσεις του, τον τρόπο ζωής του, το πώς θα διαθέσει τον χρόνο του, στο να μπορεί με δική του πρωτοβουλία να ξεκινά συζητήσεις και να οργανώνει δραστηριότητες, να εμπιστεύεται την κρίση του, να βάζει στόχους και να προσπαθεί να τους πετύχει, να ζητά βοήθεια από τους άλλους, να συμμετέχει κοινωνικά.

Υπεράσπιση του εαυτού μας: περιλαμβάνει συμπεριφορές όπως το να λέμε όχι, να βάζουμε όρια στο χρόνο και την ενεργητικότητά μας, να αποκρινόμαστε σε μια κριτική, σε κακόβουλες επιθέσεις ή στην οργή εκφράζοντας ή υποστηρίζοντας ή υπερασπιζόμενοι μια άποψή μας.

Να εκφράζουμε με ειλικρίνεια και άνεση συναισθήματα: σημαίνει την ικανότητά μας να διαφωνούμε, να δείχνουμε θυμό, να δείχνουμε τρυφερότητα ή να εκφράζουμε τη φιλία μας, να παραδεχόμαστε τον φόβο ή το άγχος μας, να εκφράζουμε τη συμφωνία ή την υποστήριξή μας, να είμαστε αυθόρμητοι και όλα αυτά χωρίς επώδυνο άγχος.

Να ασκούμε τα προσωπικά μας δικαιώματα: ως πολίτες, καταναλωτές, ως μέλη μιας οργάνωσης, μιας σχολής ή μιας ομάδας εργασίας, ως συμμετέχοντες στα δημόσια γεγονότα, να εκφράζουμε απόψεις, να εργαζόμαστε για την αλλαγή, να απαντάμε σε παραβιάσεις των δικαιωμάτων μας ή των δικαιωμάτων των άλλων.

Μη άρνηση των δικαιωμάτων των άλλων: είναι η ολοκλήρωση των προσωπικών μας εκφράσεων, χωρίς να ασκούμε άδικη κριτική στους άλλους, χωρίς να πληγώνουμε με τη συμπεριφορά μας, να τους προσβάλλουμε με λεκτικό ή άλλο τρόπο, χωρίς τη χειραγώγησή τους, χωρίς να τους ελέγχουμε.

Η διεκδικητική συμπεριφορά είναι μια θετική αυτοεπιβεβαίωση, που ωστόσο δίνει αξία στους άλλους ανθρώπους της ζωής μας. Συνεισφέρει και στην προσωπική μας ικανοποίηση αλλά και στην ποιότητα των σχέσεών μας με τους άλλους.

     ~ Αλμπέρτι & Έμμονς (2011). Δικαίωμά σας! Ένας οδηγός για περισσότερο ισότιμες σχέσεις. Εκδόσεις Πατάκη.

_______________

  Πηγή: papadopsixologos.blogspot.gr

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Κατηγορίες:
Νέα
web design by